Θερινό μεσημέρι

 

Χρυσίζουν οι ελιές στις πλαγιές των βουνών

ο άνεμος τους ανακατώνει τα μαλλιά
καθώς διαβαίνει βιαστικός
αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση δροσιάς
στην κάψα του καλοκαιριού
στου μεσημεριού το πύρινο φίλημα.
Η θάλασσα κρυφογελά και φλερτάρει
με του ήλιου τα δάχτυλα
και ζωγραφίζει χρυσές ανταύγειες
στο κορμί της αμμουδιάς.
Τα τζιτζίκια τραγουδούν αδιάφορα για το χειμώνα που έπεται
τα προνοητικά μυρμήγκια δουλεύουν αδιάκοπα στα καυτά χώματα
τα δέντρα ρουφούν λαίμαργα κάθε ρανίδα που λάμπει
ο ήλιος αγκαλιάζει τη γη και της προσφέρει το ζωογόνο φιλί του
συνεχίζει η Φύση το ατέλειωτο ταξίδι στο Χρόνο
σαν πουλί με ακούραστα φτερά ανάμεσα στις εποχές
σαν νερό ασταμάτητο που βιάζεται να φιλήσει τα κύματα.     
 

ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΟΒΟ

 

Μπες μέσα στο φόβο

κάνε κατάδυση στον άγνωστο βυθό του
χάιδεψε το σώμα του
να τον γνωρίσεις
κοίτα τον κατάματα
να σε γνωρίσει.
Μαζί θα πορευτείτε στο θολό τοπίο
θα πιείτε από το ίδιο ποτήρι
θα ψηλαφίσετε χειμωνιάτικα σκοτάδια
και θα κλάψετε σε αλγεινά πρωινά
μαζί θα ματώσετε σε μέρες λεπίδες
μέχρι που άξαφνα θα σας χωρίσει
το φως της γαλήνης.  

Γλείψε τις πληγές σου σαν αδέσποτο σκυλί

να γευτείς το θάνατο,
στις αμυχές σου θα φυτρώσει ο σπόρος
θα ανθίσει το εφήμερο λουλούδι
και θα σκορπίσει νέους σπόρους
που θα τους δουν άλλα μάτια
θα τους μυρίσουν άλλες ψυχές
θα απαλύνουν άλλους φόβους.               
 

Πάθος είναι…

 

Πάθος είναι…

να νικάς το δεν μπορώ
να ξεπερνάς κατά ένα βήμα τα όρια σου
να ατενίζεις το γκρεμό χωρίς φόβο
τραγουδώντας να αντικρίζεις το τέλος.
Ένα λουλούδι στου μυαλού σου τα άγονα
η βελτίωση του χτεσινού εαυτού σου
μια ηχώ στης ερημιάς τα φαράγγια
μια φωτιά που δημιουργεί νέα βλάστηση
μια μοναχική ανεμώνα στο στείρο έδαφος.

Πάθος είναι…

να ανοίγεις τα φτερά σου
κι ας ξέρεις πως θα καούν
κι ας ξέρεις πως θα σε παρασύρει ο άνεμος
και θα σε τσακίσει στα αλύγιστα βουνά
προτού προλάβεις να δεις
τους νέους ορίζοντες.
Η ουτοπία που γεννά την ανάσα σου
η αέναη ανάγκη να αφήσεις το σημάδι σου
για τους επόμενους οδοιπόρους
που ακάματα θα προσπερνούν
τις εποχές του κόσμου.  

Πάθος είναι…

ο ερωτικός παροξυσμός στων ονείρων τα κύματα
ηδονικές εκλάμψεις σε αστεριών συνουσίες
επικοινωνίες παράφορες σε αλληλένδετα σύμπαντα.
Πάθος είναι…
να προχωράς έστω και μόνος
στα μυστικά της αβύσσου.         
 

Πετροχελίδονα

 

Τα πετροχελίδονα κλυδωνίζονται

στου ουρανού το απόγευμα,
τα μαυρόασπρα κορμιά τους ακροβατούν
στις εκλάμψεις της άνοιξης
χορεύουν με τις αντιθέσεις των χρωμάτων
αντιστέκονται στον άνεμο που τα παρασέρνει.
Απολαμβάνουν τις μέρες τους
που είναι γεμάτες ανασφάλεια
έρωτα και αγωνίες
στιγμιαίες χαρές
εφήμερα φτερουγίσματα σε ριψοκίνδυνες πτήσεις
και τα βράδια κουρνιάζουν αποκαμωμένα
στις μετέωρες φωλιές τους
κι ονειρεύονται ατέλειωτα καλοκαίρια
δίχως το φόβο του χειμώνα.
Πόσο μοιάζουν με τις ζωές μας
μετέωρες υπάρξεις
παραδομένες στο Χρόνο
τα πάντα σε μία στιγμή
το άπειρο μέσα στο τίποτα
άλυτη εξίσωση με ακατανόητη λύση
ανεκπλήρωτη επιθυμία στου θανάτου το άγνωστο
απαλό φτερούγισμα
στην αγκαλιά της αθανασίας.      
 

Απώλεια


  

Πονάει

σαν μαχαιριά στην παλιά πληγή,
κολλάει στο δέρμα
στη μνήμη
ανεξίτηλο στίγμα
να θυμίζει περασμένα χαμόγελα
αλλοτινές χαρές που ξεθώριασαν.
Ακολουθεί τα επόμενα βήματα
σκιά που δεν μπορείς ν’ αποφύγεις
τη σέρνεις ξοπίσω σου
φυσική ακολουθία
μιας συνηθισμένης ύπαρξης.
Δάκρυ και γέλιο εναρμονίζονται μέσα της
σ’ ένα παρελθόν που διδάσκει επώδυνα
του παρόντος τη σημαντικότητα
την ανέγερση μετά από την πτώση,
καθορίζοντας τις μελλοντικές επιλογές.
Ο ερχομός της αναπόφευκτο χτύπημα
το σημάδι για πάντα θα μείνει
να θυμίζει
πως οτιδήποτε έχεις
μπορεί να χαθεί σε μια στιγμή,  
να θυμίζει
το ανίκητο δόρυ του τέλους.       
 

Η ΑΝΑΣΑ ΣΟΥ

 

Η ανάσα σου με ζεσταίνει

όπως η πρωινή αχτίδα το παγωμένο βότσαλο,
όπως η αμυδρή φλογίτσα ενός κεριού
τα χέρια του σκληρού χειμώνα. 
Το χιόνι έλιωσε και έγινε νερό
στον ανθισμένο κήπο της καρδιάς, 
αναρριχώνται τα φιλιά
στα ξεραμένα κύτταρα που άνυδρα διψούσαν,
γεμίσαν οι στιγμές πράσινο φύλλωμα
πολύχρωμα λουλούδια ανατέλλουν
στου γέλιου σου τη φωτεινή ημέρα
κι οι νύχτες φεγγαρόλουστες κοιμούνται
στης αγκαλιάς σου το ευωδιαστό σεντόνι.  
Αέρας ανοιξιάτικος στον άπνοο λαιμό μου
της ηδονής μου έκσταση σε κόκκινο τραγούδι
στροβιλισμός απόκρημνος σε βαλς που δεν τελειώνει
η ανάσα σου.       
 

Στίχοι φαντάσματα 

 

Στίχοι θολά φαντάσματα στα άδυτα της λήθης

λέξεις σκιές ανείδωτες δεν έφτασαν στα χείλη
μέσα στης μνήμης χάθηκαν τα σκοτεινά σοκάκια
και τριγυρνούν ρακένδυτοι αλήτες που κρυώνουν.  
Χέρι χαρτί δεν έπιασε μολύβι να τους γράψει
μάτια ποτέ δεν είδανε τι ήθελαν να πούνε
κανέναν δε συγκίνησαν, κανείς δεν τους διαβάζει
αφού ποτέ δε γράφτηκαν, το φως ποτέ δεν είδαν.
Κι όλοι το ξέρουν αν γοργά οι στίχοι δε γραφτούνε
τότε γοργά θα ξεχαστούν, γοργά θα ξεψυχήσουν
φαντάσματα θα γίνουνε, τις νύχτες θα γυρνάνε
μέσα στα όνειρα θα ζουν, στον ύπνο θα ουρλιάζουν. 
Δε θα μπορείς να κοιμηθείς και ξύπνιος δε θ’ αντέχεις
εξόν αν επιστρέψουνε μέσ’ στου μυαλού τα βάθη
κι εκεί βουτήξεις να τους βρεις στον πάτο της ψυχής σου
κι όταν ξανά θ’ αναδυθείς στα δάχτυλα του ήλιου
θα ησυχάσει η καρδιά απ’ τ’ άγρια πελάγη
τα βλέφαρα θα ενωθούν, γλυκά θ’ αγκαλιαστούνε
στην αμμουδιά θα κοιμηθείς και στο γαλάζιο κύμα.      
 

Δεν έχω χρόνο να φοβηθώ*

 

Αλαλαγμοί μολύνουν το σκοτάδι

ιαχές πολέμου αμαυρώνουν το φως της μέρας
διχοτομημένες πληγές σταλάζουν φρέσκο αίμα
στο πράσινο της ελπίδας. 
Παλεύω με τα τέρατα της κόλασης
δεν έχω χρόνο να ρωτήσω γιατί
δεν έχω χρόνο να περιμένω απαντήσεις
δεν έχω χρόνο να κάνω πίσω
δεν έχω χρόνο να φοβηθώ.   

 


*Η φράση ειπώθηκε από νεαρή Ουκρανή

  που έμεινε να βοηθήσει στην εμπόλεμη ζώνη ( Μάρτης 2022 )     




άνοιξη

 

ρωγμές σιωπής ξεχειλίζουνε λέξεις
μείζονα τραγούδια ανθίζουν στη Φύση
καυτές εξάψεις τα κορμιά ανασταίνουν
άνοιξη
στις κορυφογραμμές του Νου πολύχρωμα φεγγάρια
ανάβλυσμα χαράς από ευωδιαστό πίδακα
διάχυτη αγάπη χωρίς ιδιοτέλεια
άνοιξη
φιλιά στα χείλη από χείλη αγαπημένα
ηδυπάθεια που ρέει σε υγρά χάδια
άνοιξη
ευχή που έγινες πραγματικότητα
όνειρο που έγινες πράξη
άνοιξη

 

 

 

Ζωγραφική ( μικτή τεχνική ): Έλενα Κανδηλάκη 


 

 


ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Φεύγουν τα πουλιά

απ’ το μολυσμένο ορίζοντα
από τα άρρωστα ποτάμια
από τα ανάπηρα σύννεφα
που δε μεταμορφώνονται σε νερό
και εξατμίζονται σε μια ανούσια ύπαρξη. 
Λασπωμένα τα φτερά
στων αιώνων τη σκουριά ξεψυχάνε
τα παρασέρνουν βρώμικοι άνεμοι
στο απέλπιδο, έσχατο τίναγμα
στη ματαίωση της ανύψωσης.  

 

Φωτογραφία ( Ιθάκη ): Σοφία Κοντογεώργου    


 

ΚΟΡΜΙ ΙΙΙ

 

Τρελό κι ατίθασο στα έγκατα του Χάους

πέφτει, σηκώνεται και πάλι απ’ την αρχή
δειλά τα βήματα, σκυφτοί οι ώμοι
θεός και άνθρωπος εναρμονίζονται στα κύτταρά του.
Χαρές και λύπες σχηματίζουν τις ουλές του
δάκρυ και γέλιο τις ρυτίδες του σμιλεύουν,
με την αφή να ψηλαφίζει στα τυφλά
ζωή και θάνατο στα ακροδάχτυλά του. 
Γυμνό κι ανέστιο στην άβυσσο του σκότους
η όψη του σκοντάφτει στις βροχές
οι απώλειες καθρεφτίζονται στο βλέμμα
χαράζουν το δέρμα οι στιγμές
κυλούν οι μέρες ανεπίστρεπτα
προς την αναπόφευκτη δύση. 

Βάρκα είναι το κορμί

σε τούτο το μονάκριβο ταξίδι
το πρώτο και το τελευταίο
μιας ψυχής περαστικής
μιας ψυχής βασανισμένης
που για λίγο φεγγίζει
απ’ τα σκοτεινά παράθυρα του Χρόνου,
για λίγο ανασαίνει
μέσα στο πάντα
μέσα στο τίποτα.  

Βάρκα είναι το κορμί

την ψυχή να ταξιδεύει…      
 


Μία από τις συμμετοχές μου στην ανθολογία: 
"Αχ! Έρωτα... - Ανθολόγιο ερωτικής ποίησης, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2020"(εκδόσεις Βεργίνα)  


                                     ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΣΙ ΓΛΥΚΟ


Κόκκινο κρασί γλυκό
των αμπελιών του έρωτα
Κολλάει στα χείλη
το φιλί της μέθης
που γεύτηκα σε βράδια φιλήδονα
σε σεντόνια με αγάπη στρωμένα 
Μυρωδικά της ψυχής αποστάγματα
σιγοβράζουν στης προσμονής την αγκάλη
τη μοναξιά των κορμιών να ποτίσουν
Κέρασμα εκστασιασμένης μαινάδας
τις αισθήσεις στροβιλίζει
σε αφιονισμένο χορό της φωτιάς
στο στήθος της Αφροδίτης.      






Μία από τις συμμετοχές μου στην ανθολογία: 
"Αχ! Έρωτα... - Ανθολόγιο ερωτικής ποίησης, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2021"(εκδόσεις Βεργίνα)  


Αφήνομαι

 

Αφήνομαι

σ’ ένα ηφαίστειο ηδονής
σε μια θύελλα που θεριεύει τη φλόγα
σε μια θάλασσα που με πάει μακρυά
στα πέρατα τα άγνωστα
του κόκκινου πάθους,
στων χρωμάτων το άγγισμα
στου φιλιού σου τη δίνη
στων χειλιών σου την ίριδα
στων ματιών σου το χάδι.
Απροσδόκητε έρωτα
μ’ ένα νεύμα ταράζεις
της καρδιάς το στερέωμα
σαν ριπή μέσ’ στη νύχτα.
Αφήνομαι
στην αιχμή του βέλους
μια κηλίδα που έσταξε
τη ζωή να ποτίσει.     

 




 



Μία από τις συμμετοχές μου στην ανθολογία:   
"ΝΕΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2020"    

ΙΘΑΚΗ 

Στον Κωνσταντίνο Καβάφη

 

Οδυσσέας περιπλανώμενος

χαμένος στα πελάγη των καιρών
ανάμεσα σε Συμπληγάδες τραγουδάω
ότι ενίκησα Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες.
Το φιλί της Κίρκης εγεύτηκα
κάτω από έναστρες ηδονές.
Τη Ναυσικά επλάνευσα
όταν ο ήλιος άστραψε στο γυμνό μου σώμα.

Δίχως συντρόφους ξέμεινα
στης μοναξιάς την άσπλαχνη σιωπή
σιγά μιλώντας ο φόβος μην ακούσει
και των κυμάτων την ορμή ψηλά σηκώσει.
Το θυμωμένο Ποσειδώνα κι αν συνάντησα
έμαθα μέσα μου να μην τον κουβανώ
κι απ’ την οργή του ξέφυγα
ναυαγός και μόνος
τη μοίρα μου να συναντήσω.

Είδα λιμένες πρωτοϊδωμένους

λέξεις αλλιώτικες, παλάτια μακρινά
θάλασσες άγνωστες κι απάτητες στεριές,
της εμπειρίας προσφορές κι απεικονίσεις
που χαϊδεύουν τ’ άσπρα μου τα γένια.

Όσο κι αν είναι πλούσια τα δώρα των Φαιάκων
πόσο μικρά μού φαίνονται στης Γνώσης τη σπηλιά
που θησαυρούς αμύθητους κι ατέλειωτους εκρύβη.

Πόσο δίκιο είχες, δάσκαλε,
το μόνο που μου έδωκεν η Ιθάκη
είναι η νοσταλγική αφήγηση
της γλυκιάς ανάμνησης
από το ωραίον ταξίδι.     








Μία από τις συμμετοχές μου στην ανθολογία:   
"ΝΕΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2021"   


Λαμνοκόποι της σιωπής

 

Λαμνοκόποι της σιωπής

χαράζουν πορείες με τα απόνερα
της ερημιάς τους.
Παραλλαγές ευφάνταστες στο εύρος των χρωμάτων
λαμποκοπούν στου ορίζοντα το ατέλειωτο γαλάζιο
γίνονται φως κι ανάβουνε σ’ απόμακρα ακρογιάλια
για να ζεσταίνουν ναυαγούς που απόμειναν μονάχοι.     

 




Μία από τις συμμετοχές μου στην ανθολογία:
Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Θεσσαλονίκη – Αθήνα 2020  

Ονειρικό

 

Ο ουρανός μαζεύει τις πληγές του κόσμου

το φεγγάρι αφουγκράζεται τα όνειρα των ανθρώπων
ο ήλιος ζεσταίνει τα δάκρυα και τα κάνει αστέρια
να λάμπουν στο μαντήλι του.
Το κόκκινο ποτάμι γαλήνεψε στις εκβολές του παραδείσου
η ανώφελη κόλαση πάγωσε στα φτερά των αγγέλων
εισβάλει το άρωμα του ρόδου στις φοβισμένες καρδιές
οι αβέβαιες νύχτες ξεκουράζονται στα δάχτυλα του Μορφέα.
Τα πουλιά καινούρια τραγούδια κεντάνε
σε ανείδωτους ορίζοντες,
ο ποιητής τα σκοτάδια του ψηλαφίζει
για να φωτίσει το Χρόνο.   



 

 

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

 

Τον απόμακρο βράχο αγγίζει

το άσπρο φουστάνι της  
το δειλινό χαϊδεύει τον αλαβάστρινο λαιμό
τα καστανά της μαλλιά ανεμίζουν
σαν κοράλλια του βυθού
που ψαρεύουν πεφταστέρια.

Γοργόνα που εξόκειλε στο γκρίζο ακρογιάλι;

Το βλέμμα της στραμμένο στο πέλαγο
των κυμάτων μηνύματα διαβάζει
ιστορίες από μέρη αλλοτινά
και ένα δάκρυ λαμπυρίζει
στο απαλό της μάγουλο.

Κοπέλα που η προσμονή το στήθος της φουσκώνει;

Η πεθυμιά κάνει το αίμα πιο γρήγορα να τρέχει
αναβλύζει το ηφαίστειο του πόθου,
κάνει τις φλέβες να χτυπάνε δυνατά
σαν καμπάνες μακρινού ονείρου
και την καρδιά στα σκοτεινά να περιμένει
την ανατολή μιας καινούριας ζωής.     
 

Ανείδωτο φως

 

Ανείδωτο φως

μέσ’ στην ψυχή μου σε νιώθω
αόρατο, ελπιδοφόρο
να αγναντεύεις τις λύπες
φάρος ανάμεσα σε στιγμές
τις δειλές πορείες να φέγγεις.
Στου φόβου τη σκοτεινή κραυγή
είσαι εκεί κι ας μη σε βλέπω
χάδι ανέγγιχτο, παρθένο
τον πόνο της πληγής ν’ αντέξω.
Σε πρωτοϊδωμένο ουρανό
τ’ άσπρο σου φως θε να με λούσει
στο βλέφαρο γλυκιάς ανατολής
αποκαμωμένη η πνοή να γαληνέψει.      
 

ΝΑ ΝΤΥΣΟΥΜΕ

 

Να ντύσουμε

της ψυχής μας το έλεος με παιδικές καρδιές
του ανέμου το ξέσπασμα με της ίριδας χρώμα
την ανατολή του μίσους με αγάπης ηλιοβασίλεμα. 
Να ντύσουμε
ανοξείδωτο πέπλο στην υδάτινη σφαίρα
του αετού το πέταγμα στα μαλλιά της σελήνης
της πεθυμιάς το σκίρτημα σ’ ένα άγνωστο μέλλον.
Να ντύσουμε
την αλλόκοτη άβυσσο
με της Γνώσης υφάδι.     
 

Άφησα στον κόσμο ένα τραγούδι

 

Άφησα στον κόσμο ένα τραγούδι

να χορεύει και να με θυμάται
να ξαναζώ όταν με μνημονεύει
σε χρόνους άγνωστους, μελλοντικούς
όπου οι εποχές θα ‘χουν αλλάξει
και η ανάσα μου θα είναι μια θολή ανάμνηση.
Άφησα στον κόσμο ένα τραγούδι
με το αίμα μου ζωγραφισμένο
απ’ τη σκιά του φόβου μου γραμμένο
να ιστορεί τη θλίψη της αγάπης
που έδαφος δε βρήκε να ανθίσει
και τα λουλούδια της μαραίνονται χαμένα
μακριά απ’ το φως 
και των χρωμάτων τη γαλήνη.
Άφησα στον κόσμο ένα τραγούδι
χωρίς υπογραφή
δίχως πατρότητα
αυτόνομο πουλί μέσ’ στους αιώνες
τα χείλη των ανθρώπων να δροσίζει
να χαϊδεύει τις καρδιές
στου σκοταδιού τα βάθη.
Άφησα στον κόσμο ένα τραγούδι
ασημοκίτρινο φεγγάρι μεθυσμένο
των ουρανών τα βράδια να φωτίζει.     
 

ΟΙ ΣΙΩΠΕΣ ΜΑΣ

Στη Σοφία

 

Οι σιωπές μας είναι γεμάτες αγάπη, 

στον ίσκιο των βλεμμάτων
ανάβουν κόκκινα φιλιά
που δε χρειάζονται επιβεβαίωση
δε χρειάζονται αποδείξεις.
Γνώριμες απλώνονται στο χώρο
βουβά γεμίζουν το δωμάτιο
και τις καρδιές μας,
ενώνουν τις ανάσες μας
στη θαλπωρή της σιγής.
Είναι σαν να μην έλειψαν ποτέ
σαν ποτέ να μην έφυγαν
οι λέξεις
που σε λίγο θα έρθουν.          
 

Άδοτα φιλιά

 

Άδοτα φιλιά

ξενυχτούν στης ερημιάς τα σκοτάδια
αρπάζουν τα μαλλιά της λήθης
μήπως μπορέσουν να σωθούν
να ξεχαστούν
στον πάτο του άδειου ποτηριού
να εξαγνιστούν
στο τελευταίο δάκρυ
πριν από το άγγισμα
της πρωινής αχτίδας.      
 

Όταν μεγαλώσω

Στη Στέλλα



Όταν μεγαλώσω

δε θα μπορώ να παίζω πια.
Όταν μεγαλώσω
θα χάσω πολλούς φίλους
είναι από άλλη πατρίδα
και θα πρέπει να τους μισώ
ίσως και να χρειαστεί κάποτε
να τους σκοτώσω
ή να με σκοτώσουν.
Όταν μεγαλώσω
δε θα νιώθω πια συμπόνια
για κανέναν άνθρωπο
για κανένα ζώο
εκτός από τον εαυτό μου.
Όταν μεγαλώσω
θα αδιαφορώ για τα παιδιά
θα τους μεταβιβάσω τα δικά μου λάθη
να ξεπληρώσουν εκείνα τα χρέη μου
και με συνείδηση εξαγνισμένη από τύψεις
θα μπορώ ακόμη και να κυβερνώ.

Όταν μεγαλώσω
θα είμαι υπάκουος και αφοσιωμένος σκλάβος
τον πλούτο θα υπηρετώ χωρίς αντάλλαγμα
με το κεφάλι πάντοτε σκυμμένο.
Όταν μεγαλώσω
επαναστάτης προδομένος από τα ιδανικά μου
δε θα θυμάμαι πια
εκείνο το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο
κι απαλλαγμένος από αξίες
θα κείτομαι βολεμένος.
Όταν μεγαλώσω
θα ψάχνω τη χαμένη μου αθωότητα
σε επιλογές βγαλμένες από ύπουλες διδασκαλίες
σε ευκαιρίες που πέρασαν αδιάφορα
σαν μέρες τυφλές μέσ’ στο σκοτάδι
σαν το πέταγμα μιας πεταλούδας.
Όταν μεγαλώσω  
θα παίζω αλλιώς…       
 Νυχτερινό - youtube
Μουσική: Τηλέμαχος Βούλγαρης
Στίχοι: Ντίνος Ι. Γλαρός
Τραγούδι: Ελένη Κατσούλη
Πιάνο: Γιάννης Σιψάκος
Φλάουτο: Γιώτα Παδοβά
Από τη συλλογή τραγουδιών "Λιτές Ανάσες"

Δώσ’ μου τα μαύρα σου μαλλιά
να πλέξω παραγάδι
για να ψαρέψω μια φωτιά
από δικό σου χάδι.
-R-
Βρήκα δυο μάτια δυνατά
ν’ αντέχουν τη μορφή σου
και μια μεγάλη αγκαλιά
για την αναπνοή σου.

Έχω τη δύναμη της Γης
του φεγγαριού σημάδι
τη σημασία της στιγμής
στου χρόνου το πηγάδι.
-R-
 
  


ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

 

Πηγάζω απ’ του νερού τα παραμύθια

σταγόνα κρυστάλλινης αφετηρίας
στα χείλη ατρόμητου ποταμού
και ξεκινάω ανεπίστρεπτο ταξίδι.
Κατρακυλάω ανάμεσα σε πέτρες και χώματα
ανακαλύπτω ζωές μέσα στις λάσπες
βουνά εμπόδια εμπρός μου
κι εγώ ανήμπορη ρανίδα συνεχίζω
άγνωστο δρόμο χωρίς αιτία και σκοπό.
Αποκαλυπτική βροχή με πνίγει με αλήθειες
με παρασέρνουν άνεμοι στης γνώσης μου το φόβο
στης μοίρας το φουστάνι μπλέκομαι που ξέπλυνε το αίμα
και με τινάζει βίαια στα χέρια των θεών να πέσω.
Βλέπω μια θάλασσα απέραντη στο τέλος
ένα βυθό που η γαλήνη του τρομάζει,
ίσως να ‘μείναν όλα μισοτελειωμένα
ίσως αιτία και σκοπός βρήκαν λιμάνι
ίσως ο Ήλιος την ψυχή μου να φιλήσει
κι αφού εξατμιστώ
πάλι στο ίδιο παραμύθι επιστρέψω…

 


Φωτογραφία ( Ιθάκη ): Σοφία Κοντογεώργου      


 

Μικρό ερωτικό

 

Στα αστροχτένιστα μαλλιά του φεγγαριού

η Αφροδίτη αλαφροσκέπαστη κοιμάται
τοξεύει ο έρωτας το στήθος του ονείρου
κι η νύχτα λαβωμένη ξαγρυπνά
μέσ’ στων φιλιών την άσβεστη αγρύπνια.     
 

ΦΑΡΟΙ

 

Μικρή ζωή δεν πρόλαβες

και φεύγεις πριν αρχίσεις.
Στην ανείδωτη νύχτα
λευκά αστέρια αφήνεις
να δείχνουν την πορεία
σαν αγέρωχοι φάροι
που τους χτυπούν τα κύματα
αέρηδες τους δέρνουν
μα στέκουν ορθοί κι αμίλητοι
στ’ απόκρημνα τα βράχια
χαρίζοντας στους ναυαγούς
σωτήριο το φως τους.           

 


Τα γεράκια του Νήριτου

 

Τα γεράκια του Νήριτου

με φτερά λεπίδες χαρακώνουν τον άνεμο
στέκονται ακίνητα στην εσχατιά του
κι ατενίζουν τον κόσμο πάνω απ’ τις ψηλές κορφές
σαν κουκκίδες του ουρανού
που δίνουν έμφαση στο γαλάζιο.
Πόσο μικρά όλα εκεί κάτω
αθέατα τα προβλήματα των υπάρξεων
ανύπαρκτα τα υψηλότερα νοήματα
ασήμαντες οι αιωνόβιες θεωρίες.
Κι άξαφνα εκεί στα χαμηλά
μια ελάχιστη κίνηση πυροδοτεί
αρχέγονα ένστικτα της επιβίωσης
κι αρχίζουν την ιλιγγιώδη, κατακόρυφη πτώση
από την άκρη του Ήλιου στα χώματα της Γης
που θα φέρει την αναγκαία γεύση της επιτυχίας
ή την επικίνδυνη εξέλιξη της αποτυχίας
και θα ορίσει τη διαφορά
ανάμεσα στο σήμερα και στο αύριο.
Κυνηγός και θήραμα
στην αέναη μάχη της Φύσης
ακροβατούν στον αβέβαιο ορίζοντα,
χωρίς να ξέρουν την κατάληξη
στην αμφίρροπη πάλη
στο θαύμα της ζωής.   

 
*Νήριτος: Το όρος Νήριτος, το Νήριτον κατά τον Όμηρο, με το ψηλότερο βουνό της Ιθάκης.

Φωτογραφία ( κορφή του όρους Νήϊον στον οικισμό Φρίκες, το ομηρικό Ρείθρον, Ιθάκη ): Ντίνος Ι. Γλαρός     



 

  Το μπλουζ του μάστορα   Μάστορα μου σε περίμενα εχτές πήρες σήμερα και μου ‘πες δυο ψευτιές στάζει η βρύση, καζανάκι χαλασμένο μ...