Καλαματιανός




Έ μώρε έξι
έξι λεμονάκια
έξι λεμο, λεμονάκια  
στρογγυλά και μυρωδάτα


κύ μώρε κύλη
κύλησαν στο δρόμο
κύλησαν στο δρόμο, δρόμο  
και μ’ αφήσανε να λιώνω.


Να μώρε να ζου
ζουμπήξω, να τα πιάσω
να ζουμπήξω, να τα πιάσω
τους χυμούς να απολαύσω.  


  Εκεί που κλαίει η καρδιά     Εκεί που κλαίει η καρδιά το ρίγος της απλώνει το μαύρο του σεντόνι στα δυο της μάτια τα υγρά η λύπη...