Τα κείμενα είναι νομικά κατοχυρωμένα.
Σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τη διεθνή σύμβαση της Βέρνης που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975, απαγορεύεται
η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική ή μερική, περιληπτική,
κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου
της σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης, ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα.

Μοναχικά σκοτάδια




Μοναχικά σκοτάδια γεύονται τη σιωπή
σε σκονισμένο καθρέφτη μιλάνε
χωρίς να προσμένουν απάντηση
χωρίς να προσμένουν αγάπη
στο θλιμμένο και κρύο κρεββάτι.
Μια αχτίδα στα χείλη λαχτάρησαν
μια χαρά να αγγίξει τα μάτια
ένα ρίγος το δέρμα να ξύπναγε
μια πνοή στα μαλλιά να φυσούσε. 


Σονέτο 




Κλείνω τον έρωτα σ’ ένα σονέτο
σε δείλι γαλάζιο με φως μακρινό
σάμπως να μπόραγα να αποφύγω
εκείνο το βέλος το φαρμακερό. 

Δένω τ’ αγγίσματα μ’ ένα σκοτάδι
το δάκρυ μου διώχνω αλλού να χαθεί
λες και κατάφερα μέσ’ στην καρδιά μου
ο πόνος του πάθους γαλήνη να βρει.

Έρωτα πλέκεις ιστό της αγάπης
ονείρου εικόνα στο άδειο μυαλό
πέλαγο γκρίζο με χρώματα βάφεις. 

Τραγούδι στα μάτια, της λήθης νερό
είναι το νεύμα από τα φτερά σου
και άστρο που τρέμει στο μαύρο βυθό. 


σπάσε τα δεσμά





σπάσε τα δεσμά
ένας απέραντος ουρανός σε περιμένει
ένας χαρούμενος ήλιος σε κοιτά
σε ποθεί μια νεαρή αχτίδα

σπάσε τα δεσμά
ένα καινούριο βλέμμα σε ζεσταίνει
σε χαιρετάει μία άγνωστη αυγή

σπάσε τα δεσμά
και νιώσε πόση δύναμη έχουν τα φτερά


Σκόνη της πόλης





Σκόνη της πόλης μπαίνει στα μάτια μου
σκόνη της πόλης μέσ’ στην καρδιά μου
βουή ατελείωτη το μυαλό μου ζαλίζει
θορυβώδη οχήματα τη σιωπή μου πληγώνουν,
πόσες στιγμές χαθήκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα
πόσα όνειρα σταματήσαν στο κόκκινο
πόσες επιθυμίες τα στοπ προσπεράσαν.  
Στα σοκάκια η σκιά μου τρεκλίζει
η μεθυσμένη μου νιότη σε δρόμους αλλιώτικους περπατάει
και τους παλιούς αλλιώς τους βλέπει πια.
Θαλασσινή αύρα το λιμάνι δροσίζει
ο πόνος του νόστου τη μνήμη ξυπνά,
σαν αστραπή περνά ο καιρός σε άγνωστες λεωφόρους
δίχως σήματα και πινακίδες πορεύεται
ώσπου χάνεται σαν ομίχλη σε μουντό πρωϊνό
παγωμένες σταγόνες οι διδαχές του
στον αέρα που μου χαϊδεύει το πρόσωπο
να ανασάνω λίγο ακόμη
να ανασάνω…  


θυμήσου





θυμήσου
τα ματωμένα δάκρυα στις γωνιές του κόσμου
τα παγωμένα βλέμματα στις παρυφές της γης
τα φοβισμένα παιδιά δίπλα στους νεκρούς γονείς τους
τα φοβισμένα όνειρα στη σκοτεινιά του νου
θυμήσου
τ’ αυριανό ξημέρωμα που μια ριπή το σκότωσε
τους φιμωμένους ήλιους που δε μιλά το φως τους
τις προδομένες θάλασσες που ‘μείναν δίχως κύμα
θυμήσου
το φίλο που δε γύρισε, τον αδερφό που εχάθη
ευχές που δεν ειπώθηκαν, λυγμούς που ξεψυχήσαν
θυμήσου
και μην επιτρέψεις ξανά  


Ποιος μπορεί …





Ποιος μπορεί ν’ αντέξει
τη δοξαριά του έρωτα
που την καρδιά μαγεύει
και τη σκέψη νικά;


Μήλο κόκκινο, γλυκό
σταλάζει στιγμές ηδονής
στα μισάνοιχτα χείλη …    


Υποκρισία





Υποκρισία ευχάριστη
με φιλί χαιρετάς και με χαμόγελο
με απαλό χτύπημα στην πλάτη
με λόγια που στάζουν μέλι
μέλι άγριο, γλυκό
να κρύβει τη χυδαιότητα.
Υποκρισία πολυπρόσωπη
μορφή γαλήνια, αγγελική
σαν αηδόνι χαρούμενο η φωνή
μα μουγκρητά και εμετός
τέρατος δόντια ματωμένα
όταν στο χώμα
πέσουν οι μάσκες.  


ΙΘΑΚΗ 

Στον Κωνσταντίνο Καβάφη





Οδυσσέας περιπλανώμενος
χαμένος στα πελάγη των καιρών
ανάμεσα σε Συμπληγάδες τραγουδάω
ότι ενίκησα Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες.
Το φιλί της Κίρκης εγεύτηκα
κάτω από έναστρες ηδονές.
Τη Ναυσικά επλάνευσα
όταν ο ήλιος άστραψε στο γυμνό μου σώμα.

Δίχως συντρόφους ξέμεινα
στης μοναξιάς την άσπλαχνη σιωπή
σιγά μιλώντας ο φόβος μην ακούσει
και των κυμάτων την ορμή ψηλά σηκώσει.
Το θυμωμένο Ποσειδώνα κι αν συνάντησα
έμαθα μέσα μου να μην τον κουβανώ
κι απ’ την οργή του ξέφυγα
ναυαγός και μόνος
τη μοίρα μου να συναντήσω.

Είδα λιμένες πρωτοϊδωμένους
λέξεις αλλιώτικες, παλάτια μακρινά
θάλασσες άγνωστες κι απάτητες στεριές,
της εμπειρίας προσφορές κι απεικονίσεις
που χαϊδεύουν τ’ άσπρα μου τα γένια.

Όσο κι αν είναι πλούσια τα δώρα των Φαιάκων
πόσο μικρά μού φαίνονται στης Γνώσης τη σπηλιά
που θησαυρούς αμύθητους κι ατέλειωτους εκρύβη.

Πόσο δίκιο είχες, δάσκαλε,
το μόνο που μου έδωκεν η Ιθάκη
είναι η νοσταλγική αφήγηση
της γλυκιάς ανάμνησης
από το ωραίον ταξίδι. 


εξιλέωση





κατασταλάζει η θλίψη
στα καλντερίμια της σιωπής
στης μοναξιάς το ηλιοβασίλεμα
αγαλλιάζει ο πόνος
στου εαυτού τα σκοτεινά δρομάκια
φωσφορίζουν απαντήσεις
σαν λεπίδες που σκίζουν
το μανδύα του φόβου


αναγεννιόνται οι θεοί
στις προσευχές της ψυχής 


κόκκινη θάλασσα




μητέρες αφήνουν τα μωρά
και πιάνουν τα όπλα
παιδιά σταματούν το παιχνίδι
και ψάχνουν τα χέρια τους
καίγονται τα όνειρα
στη φωτιά της παράνοιας
βιάζονται οι αξίες
στα όργια της ανηθικότητας

κι εμείς ηδονοβλεψίες πρόστυχοι
σωπαίνουμε
στη θέα της κόκκινης θάλασσας
στο χάος της μαύρης ψυχής μας

Μοναχικά σκοτάδια Μοναχικά σκοτάδια γεύονται τη σιωπή σε σκονισμένο καθρέφτη μιλάνε χωρίς να προσμένουν απάντηση χωρίς να...