Ονειρεύτηκα 

 

Ονειρεύτηκα

μια χρυσαφένια χαραυγή
μ’ ένα γλυκό πορτοκαλί στα μάγουλά της
και το χαμόγελο της να ροδίζει
στα χείλη της καινούριας μέρας.  
Ονειρεύτηκα
ελπίδες νεογέννητες να μπουσουλάνε
στη μαγική αυλή* της ουτοπίας,
σε κόσμους μακρινούς κι αδημιούργητους
να παίζουν τα παιδιά αδερφωμένα
να μας διδάσκουν της αγάπης το παιχνίδι.  
Μονιασμένοι οι θεοί, δεν αιματοκυλούν τον κόσμο
τα σύνορα ανάμνηση πρωτόγονης εποχής
η ειρήνη με το άσπρο της το φόρεμα
να χορεύει πάνω σε σβησμένα μίση
και οι άνθρωποι αγνοί σαν μίσχος λουλουδιού
σαν ζωογόνο νερό στην απαρχή της λειψυδρίας.  
Ονειρεύτηκα
λευκές ψυχές να φτερουγίζουν στο γαλάζιο
άδολα μάτια να κοιτούν τον ήλιο μιας απέραντης γαλήνης
και τα φεγγάρια να γελούν
σε νύχτες με αστέρια φορτωμένες. 
Ονειρεύτηκα
ότι δεν ξύπνησα ποτέ
στον εφιάλτη της πραγματικότητας
μέσα στη θλίψη της αδίστακτης αλήθειας
στης συνειδητοποίησης το ανελέητο ξημέρωμα.  

 

      *μαγική αυλή: αναφορά στο ομώνυμο τραγούδι των 2002GR      

  Εκεί που κλαίει η καρδιά     Εκεί που κλαίει η καρδιά το ρίγος της απλώνει το μαύρο του σεντόνι στα δυο της μάτια τα υγρά η λύπη...