Διαλογισμός


Φόβο γεννά ο νους μου και φωτιά
καινούρια μονοπάτια να φωτίσει.
Σκέψη μεγάλα κρύβεις μυστικά
στοιχειώνεις, ανατρέπεις κάθε ρήση. 

Γνώση ποτέ δε θα ‘σαι αρκετή
κομμάτι το κομμάτι θα μαζεύω.
Φύση εσύ θεριό κι εγώ αρνί,
ανάσα είμαι έζησα και φεύγω.    
 

Διαλογισμός ΙΙ

 

Θα ξεμπλέξω το κουβάρι απ’ τα όνειρά μου

θα σου πω γι’ αυτά ποτέ που δε μιλούσα
σε μια άλλη μου ζωή τι αγαπούσα
και τι κάποτε ζητούσε η καρδιά μου.  

Πες κι εσύ γι’ αυτά που άλλοτε ποθούσες

και στη λήθη του μυαλού σου ξεχαστήκαν
ουρανός και ήλιος άλλοτε ας ήταν
τώρα πια δεν το θυμάσαι τι ζητούσες. 

Μα ο Χρόνος δε ρωτά, μας προσπερνάει

και στο χτες ό,τι πιστέψαμε αλλάζει
το αλλιώτικο το φως μη σε τρομάζει
σε καινούριους γαλαξίες θα μας πάει.      
 

ΣΑΝ ΑΣΤΡΑΠΗ ΠΟΥ ΣΒΗΝΕΙ 

 

Με τα σπασμένα μου φτερά

με παγωμένα χέρια
με μια ζωή σαν ανοιγοκλείσιμο βλεφάρου
και μια ψυχή σαν πουλί στην ερημιά. 
Με τα δυο μάτια μου δειλά
φοβισμένα αστέρια
και την αλήθεια μου κρυμμένη στου Χάους τα φαράγγια,
μ’ ένα γέλιο κι ένα δάκρυ στην καρδιά.

Περνώ το γκρίζο τ’ ουρανού

σαν αστραπή που σβήνει
και τα σημάδια του ο καιρός
στο σώμα μου αφήνει.           

 

 

 

Σώμα γεμάτο ουλές

 

Σώμα γεμάτο ουλές

πορεύεται κουτσαίνοντας
στους αγκαθωτούς δρόμους
στα βουνά της λύπης. 
Στους ώμους το βάρος των πληγών
χαρακιές θλίψης αυλακώνουν το πρόσωπο
επώδυνες εμπειρίες σκιάζουν το βλέμμα. 
Τα κουρασμένα χέρια σκάβουν
τις ασήκωτες μέρες
τις αξημέρωτες νύχτες,
λυγίζουν τα γόνατα στου καιρού τα σκαλοπάτια
ανεβαίνουν κατάκοπα τις επίπονες στιγμές
τσακίζονται στις άγριες χαράδρες του Χρόνου
και το αίμα κυλά στα ασταμάτητα ποτάμια της ζωής
το ξεπλένουν οι βροχές και το ξεβράζουν
στους ωκεανούς της μνήμης. 
Κάποτε κάποτε ρυάκια χαράς δροσίζουν τα μάγουλα
σταγόνες ευτυχίας ξεδιψάνε τα χείλη
η ομορφιά λούζει τα μαλλιά της
χτενίζεται και φορά το άρωμα των λουλουδιών
ώσπου να κοιμηθεί πάλι
στων ονείρων τα πράσινα φτερά.  
Σώμα γεμάτο ουλές
πεθαίνεις πριν να γεννηθείς
φεύγεις προτού να έρθεις
σαν μια ανάσα στη ρωγμή του πάντα
σαν μία ματιά στην απεραντοσύνη του τίποτα.    
 

ΑΝ

      αν απλώσουμε το χέρι

      θα ακουμπήσουμε την ευτυχία 

 

 

Κάθε στιγμή συμβαίνουν θαύματα γύρω μας

μπορούμε να τα δούμε αν είναι ανοιχτά
τα μάτια της ψυχής μας.
Αν είναι αναμμένη του μυαλού μας η φωτιά
θα βρούμε άλλους δρόμους, άλλα μονοπάτια
που θα μας οδηγήσουν σε νέα τοπία. 
Αν πλύνουμε τα χέρια με τα δάκρυα της καρδιάς μας
θα μπορέσουμε να νιώσουμε
την αγωνία των λουλουδιών
το φόβο των πουλιών
την απεραντοσύνη του ουρανού που μας σκεπάζει
τη δύναμη του ανέμου που μας αγγίζει τα μαλλιά. 
Αν πετάξουμε τις παρωπίδες της Σκέψης
θα φτιάξουμε καινούριους κόσμους
χωρίς θεούς και δαίμονες
χωρίς μαχαίρια και αλυσίδες. 
Φάροι αναβοσβήνουνε στα κύματα του Χρόνου
αν τα σημάδια των καιρών διαβάσουμε
θα αφήσουμε ξωπίσω μας κοράλλια
που θα ξεβραστούν σε μελλοντικές ακρογιαλιές
και τα μαργαριτάρια τους θα λάμπουν στο σκοτάδι.    
 

Ας πούμε, λοιπόν, στα παιδιά…

 

Ας πούμε, λοιπόν, στα παιδιά ( σε όσα ζουν ακόμη ) τι έγινε στα Τέμπη.

Ο πρωθυπουργός βέβαια ήταν σαφέστατος και έβγαλε αμέσως το πόρισμα: φταίει ένα λάθος ενός μόνο ανθρώπου. Άντε να βουτήξουμε και δυο-τρία υπαλληλάκια ακόμα και να τους χώσουμε φυλακή. Μέχρι εκεί θα φτάσουμε, παιδιά μου, και τίποτα παραπέρα και να είστε σίγουροι γι’ αυτό, διότι αυτό γίνεται εδώ και σαράντα χρόνια σ’ αυτόν το ρημαδότοπο.
Φυσικά, παιδιά μου, δε φταίνε μόνο αυτοί οι αδίστακτοι εγκληματίες πολιτικάντηδες που μας κυβερνούν τόσα χρόνια αλλά συνυπεύθυνοι είμαστε κι εμείς που τους ψηφίζουμε. Θα μου πείτε τώρα, γιατί το κάνουμε… θα σας απαντήσω λοιπόν… επειδή το ρουσφέτι είναι το μεγαλύτερο καρκίνωμα στα γονίδια του ελληναρά: μου έκανες το ρουσφέτι; Σε ψηφίζω. Και δεν πα να καταστρέψεις κι όλο τον κόσμο…
Κι έτσι, παιδιά μου, τους αφήνουμε να κάνουν το μοναδικό πράγμα που ξέρουν, να αρπάζουν και να τσεπώνουν. Κι αυτοί και οι παρέες τους, κάτι μεγαλοεργολάβοι και μεγαλοκαρχαρίες που δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο σ’ αυτόν τον μπουρδελότοπο.
Μην περιμένετε λοιπόν, παιδιά μου, ότι θα πάει φυλακή κάποιος απ’ τους υπεύθυνους, αυτό δεν έγινε και δε θα γίνει ποτέ σ’ αυτό το αχούρι που ζούμε.
Οι υπεύθυνοι, κάτι πρώην πρωθυπουργοί, υπουργοί, βουλευτές, περιφερειάρχες κλπ των τελευταίων σαράντα χρόνων όχι μόνο είναι ελεύθεροι αλλά τους δίνουμε και σύνταξη… Τα ξέρετε αυτά παιδιά μου;
Δε θέλω να σας δώσω καμιά συμβουλή, δε θα μπορούσα άλλωστε… Θα ήθελα όμως να σας πω την ταπεινή μου γνώμη: η δικιά μας γενιά είναι βουτηγμένη στη βρώμα και τη δυσωδία και είναι ποτισμένη μέχρι τα κόκαλα. Εμείς δεν πρόκειται να αλλάξουμε τίποτα. Εσείς όμως ίσως προλαβαίνετε, που πολύ αμφιβάλλω αφού με την Παιδεία ( την ποια;;; ) που σας παρέχουμε μάλλον κι εσείς θα γίνεται τα ίδια σκατά με μας… Όσο όμως υπάρχουν παιδιά και νέοι άνθρωποι υπάρχει και ελπίδα…
Ίσως εσείς αλλάξετε κάποια πράγματα.
Σε εσάς ελπίζουμε.

 


( 3 Μαρτίου 2023 )   

Ντίνος Ι. Γλαρός  

 

ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΦΟΒΟΙ

 

Επανερχόμενοι φόβοι

για λίγο μ’ αφήνουν να γευτώ
της χαράς μου το πέρασμα
της ανάσας το γέλιο.
Επανερχόμενοι φόβοι
για λίγο μ’ αφήνουν να σταθώ
φευγαλέο συμπέρασμα
στου μυαλού το θεμέλιο.  

Επανερχόμενοι φόβοι

ξυπνάνε της λήθης μυστικά
της ψυχής μου φαντάσματα
που τον ύπνο χαλάνε.
Επανερχόμενοι φόβοι
λυγίζουν ατίθασα φτερά
και μοιραία ξεσπάσματα
που στον Ήλιο πετάνε.     
 Στου χορού το ψέμα - youtube 

Μουσική: Τηλέμαχος Βούλγαρης / Στίχοι: Ντίνος Ι. Γλαρός
Τραγούδι: Ελένη Κατσούλη
Βιολί: Μιχάλης Κουντούρης
Τσέλο: Διονύσης Κοτταρίδης
Φλάουτο: Γιώτα Παδοβά
Σαξόφωνο: Σταύρος Βόλαρης
Πιάνο: Γιάννης Σιψάκος
Κρουστά: Γιάννος Μπάκας
Κοντραμπάσο: Θεόδωρος Κουέλης
Από τη συλλογή τραγουδιών "Λιτές Ανάσες"
Πίνακας: James Abbott McNeill Whistler
Nocturne in Black and Gold – The Falling Rocket
Στου χορού το ψέμα
Πιο πέρα από τα σύννεφα
σεριάνισα και γύρεψα
το γέλιο και το δάκρυ
ανάβουνε τα βράδια μου
κι αφήνω τα σημάδια μου
στου φεγγαριού την άκρη.
Με πληγωμένα τα φτερά
σε καρτερώ να ‘ρθείς ξανά
σε λάγνο ακρογιάλι
είδα φωτιά στον ύπνο μου
κι όλα γυρίζουν γύρω μου
στης αγκαλιάς τη ζάλη.
R
Είμαι εδώ για σένα
στου χορού το ψέμα
κρύψου μέσα μου.
Μη φοβάσαι φως μου
τη βοή του κόσμου
κρύψου μέσα μου
κρύψου μέσα μου.
Νύχτα ατέλειωτη
αξημέρωτη.
Νύχτα ατέλειωτη
αξημέρωτη.
Δημοσίευση 5-2-2023

 

ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

Ήλιος θαμπός και ματωμένος

του ουρανού ζεσταίνει τις πληγές,
νεκρά αστέρια αχνοφεγγίζουν
σε μελλοντικές εκλάμψεις
προτού χαθεί το φως τους
στο έρεβος του Χρόνου.  
Ένα παιδί λιποψυχά, δειλιάζει
πλάι στην όχθη του φεγγαριού
πολεμά το φόβο τραγουδώντας
μονάχο του πορεύεται κι αναζητά
ένα δέντρο να ξαποστάσει
μια στάλα νερό τα χείλη να δροσίσει
μια στάλα γαλήνη ν’ αποκοιμηθεί.   
Πλάι στην όχθη του φεγγαριού
ένα παιδί στο χώμα ζωγραφίζει
τον ήλιο που ονειρεύτηκε
πως θα ‘ρθει τα μαλλιά να του χαϊδέψει,
τον ήλιο που ονειρεύτηκε
κι αν γέρασε ακόμα δεν τον είδε.       
 

ΠΑΙΔΙ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

 

Ήλιε μου έλα στα μαλλιά να με αγγίξεις

κορμί ανίδεο φοβάται και ριγά, 
ψυχή τυφλή που αφουγκράζεται το σύμπαν
και ζητιανεύει της Αλήθειας το φιλί. 
Παιδί των άστρων που δεν πρόλαβε να μάθει
στου φεγγαριού την άκρη ξέμεινε δίχως να μεγαλώσει
προτού γεράσει πέθανε, δεν ένιωσε το φως
προτού γελάσει έκλαψε, προτού να ζήσει σβήνει.
Ήλιε μου έλα στα μαλλιά να με αγγίξεις
και άνοιξε τα μάτια μου ξανά απ’ την αρχή.      
 

Πόσο όμορφο είναι   

 

Πόσο όμορφο είναι

ν’ ακούς τον ήχο των φτερών τη χαραυγή
πόσο όμορφο είναι
το φως του ήλιου να γυαλίζει στην πηγή,
η γλυκιά ευωδιά του υάκινθου
και τα στάχυα που γέρνουν με χάρη
μέσ’ στη νύχτα των άστρων λαμπύρισμα
φωτεινό να κοιτώ το φεγγάρι. 

Πόσο όμορφο είναι

στο πρόσωπό μου η βροχή να ακουμπά
πόσο όμορφο είναι
αυτό το κύμα που χορεύει στ’ ανοιχτά,
τα πουλιά να φιλιούνται στον άνεμο
πεταλούδες να ζούνε ακόμα
των ερώτων να καίνε σκιρτήματα
να ψηλώνουν τα δέντρα στο χώμα. 

Πόσο ακριβή
είναι η ζωή!
Πόσο ακριβή
είναι η ζωή!   

   

 *Εμπνευσμένο από το παραμύθι του Όσκαρ Ουάιλντ «Το Ρόδον και η Αηδών»    

 

Του Μαγγελάνου τα πετράδια

 

Του Μαγγελάνου τα πετράδια
τα ακουμπώ μέσ’ στα μαλλιά σου
τις μαύρες νύχτες να φωτίζουν
το σ’ αγαπώ να σου θυμίζουν,
να τα κοιτάξεις λίγο στάσου
στου ουρανού γελούν τα χάδια.  

Του Μαγγελάνου τα πετράδια

στάζουν ζωή απ’ τα φιλιά τους
ανάβουν στων ματιών την άκρη,
μετά απ’ το στερνό το δάκρυ
θα μας τα πουν τα μυστικά τους
στης ύπαρξής μας τα σκοτάδια. 

Παίξε στα χέρια σου το φως τους

στ’ αυλάκια του λαιμού στολίδια
κάνε τους πόνους δαχτυλίδια
και την κρυφή ευχή σου δώσ’ τους.       
Τα πυροφάνια - youtube 

Μουσική: Τηλέμαχος Βούλγαρης / Στίχοι Ντίνος Ι. Γλαρός
Τραγούδι: Ελένη Κατσούλη
Βιολί: Μιχάλης Κουντούρης
Τσέλο: Διονύσης Κοτταρίδης
Φλάουτο: Γιώτα Παδοβά
Κλαρινέτο: Σταύρος Βόλαρης
Πιάνο: Γιάννης Σιψάκος
Κρουστά: Γιάννος Μπάκας
Κοντραμπάσο: Θεόδωρος Κουέλης
Από τη συλλογή τραγουδιών "Λιτές Ανάσες"
Πίνακας Κωνσταντίνος Βολανάκης
"Ψάρεμα με πυροφάνι"
Τα πυροφάνια
Τα πυροφάνια ανάψανε
στου πόθου τ’ ακρογιάλι
ψαρεύουν λάγνους στεναγμούς
στου έρωτα τη ζάλη.
-R-
Αχ το φεγγάρι το χρυσό
φωτίζει την αυλή σου
και τάζω στον αυγερινό
να φέρει το φιλί σου.
Σαν πυροφάνια ανάψανε
τα μάτια σου απόψε
της ερημιάς τη συντροφιά
σε δυο κομμάτια κόψε.
-R-
Δημοσίευση 13-12-2022
 

ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Λέξεις και χρώματα

δημιουργούν της ψυχής μουσικές
κοιτούν κατάματα τις απογοητεύσεις
ψηλαφίζουν τα σκοτάδια.
Αγγίζουν τα απόκρυφα της θλίψης
εισχωρούν στα κατάβαθα της σιωπής
με ιαματικά δάκρυα ξεπλένουν τις πληγές
να μην κακοφορμίσουν
και γίνουν θάνατος.
Αλλάζουν τον καμβά του ορίζοντα
ανακαλύπτουν ανάλγητες τύψεις
κρυμμένες στα σωθικά
των κοραλλιών της μνήμης.
Αναμειγνύουν τους φόβους με αφιόνια
στα κενά του χρόνου αφήνονται
να γευτούν της Αλήθειας το χάδι.       
 

ΕΙΜΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 

Είμαι ο άνεμος

τις πεδιάδες χαϊδεύω
τα δέντρα τα βουνά.
Τα κύματα σηκώνω στο θυμό μου,
το οξυγόνο μου χαρίζω
η άμοιρη ζωή να συνεχίσει
κι άλλοτε χάνομαι
και δεν υπάρχω πουθενά
στης νηνεμίας την ασάλευτη γαλήνη.
Είμαι το νερό
σμιλεύω την πέτρα με τα δάχτυλα του Χρόνου
αυλακώνω το χώμα με τα νύχια της βροχής
ποτάμια ασταμάτητα τη θάλασσα να θρέψουν,
τα πλάσματα της Γης να ξεδιψάσουν
κι άλλοτε χάνομαι
και άνυδρα πεθαίνουν.
Είμαι το φως
το άλλο μισό του σκοταδιού. 
Τα πέταλα φιλώ για να βλαστήσουν
καινούρια χρώματα στο αύριο να δώσουν,
τα κύτταρα ζεσταίνω τους χειμώνες.
Νέους ορίζοντες ανοίγω
να πετάξει η Γνώση ελεύθερη
τα φτερά της να απλώσει
κι άλλοτε χάνομαι
κι όλα τυφλά παγώνουν. 
Είμαι ο άνθρωπος
νερό και φως σε ένα σύμπαν που σπαράζει
ο αέρας της ανάσας που τελειώνει,
ρέει στο αίμα μου η μέρα και η νύχτα
δεν ωφελεί ένα απ’ τα δύο να διαλέξω
μοιραία συνύπαρξη μέσα στο ίδιο σώμα
ζωή και θάνατος στην ίδια αγκαλιά.       
 

ΥΠΑΡΧΩ

 

Υπάρχω

στις σιωπές του νερού
στο άγγισμα του φεγγαριού
στα καταπράσινα λιβάδια του Απρίλη.
Μέσα στα όνειρα σβησμένων αστεριών
μέσα στα κύτταρα των ψεύτικων καιρών
και στων πουλιών το πέταγμα
όταν γυρίζουνε κατάκοπα το δείλι. 

Υπάρχω

μέσ’ στο λυγμό της σιωπής
στο έλεος της προσμονής
μέσ’ στον ορίζοντα κουκκίδα αναμμένη. 
Καίει τα σπλάχνα μου το δάκρυ των θεών
στάλα η σάρκα μου θλιμμένων ουρανών
και η ελπίδα ξέμεινε
μέσα στα άδυτα της θέλησης χαμένη.        
 

ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

 

Ψιχάλες βροχής οι αλήθειες

τους άνυδρους σπόρους δροσίζουν
της Γνώσης ανθοί να φυτρώσουν
το χρώμα στον κόσμο να δώσουν. 

Τους άνυδρους σπόρους δροσίζουν

σε πάλλευκα νέφη πετάνε
του ήλιου τα χείλη αγγίζουν
και πάλι στο χώμα γυρίζουν.

Σε πάλλευκα νέφη πετάνε

φωτίζουν του Χρόνου σκοτάδια
σε τόπους παράξενους πάνε
για μέρες καινούριες μιλάνε.

Φωτίζουν του Χρόνου σκοτάδια

της μνήμης μοιραίοι προφήτες
διαβάζουν των άστρων σημάδια
φεγγάρια που κλαίνε τα βράδια.

Της μνήμης μοιραίοι προφήτες

το φόβο μας να συντροφεύουν
το πρόσωπο να χαϊδεύουν
ψιχάλες βροχής οι αλήθειες.         
 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Το φεγγάρι κατρακύλησε

γλίστρησε απ’ τη θέση του
κι έπεσε στη θάλασσα,
ένα κύμα το σήκωσε
και ο Δίας το τράβηξε ψηλά
να το επαναφέρει στο δρόμο του. 
Χαρούμενος του χαμογέλασε ο Αποσπερίτης
κι εκείνο συνέχισε να φωτίζει
την υγρή αυγουστιάτικη νύχτα
τα βουνά του καταπράσινου νησιού
τα εφήμερα βλέμματα των ανθρώπων. 

Τα παιδιά της νύχτας

λαμπυρίζουν στον ορίζοντα
μετεωρίζονται στην ασταθή τους πορεία
σκιαγραφούν της Φύσης τους άγραφους κανόνες
κάθε τέλος μια αρχή
κάθε αρχή λίγο πριν το τέλος. 
Αβέβαια νεφελώματα διαιωνίζονται
στην ανήλεη απεραντοσύνη του Χάους.      
 

Άφησα ένα λουλούδι στην πόρτα σου 

 

Άφησα ένα λευκό λουλούδι στην πόρτα σου

ένα τραγούδι κάτω απ’ το παράθυρό σου
μια καληνύχτα στο σκαλοπάτι σου. 
Ένα κόκκινο φιλί στο απαλό ρυάκι του λαιμού
μία φωτεινή σκέψη στο σκοτάδι του φόβου
μια σταγόνα ελπίδας στα βλέφαρα της λύπης
μια αγκαλιά στην αγωνία της αβεβαιότητας. 
Πάρε τις μέρες και τις νύχτες μου
να στολίσουν τον κόσμο σου
πάρε τις ανέστιες παλάμες
να οδηγείς τα βήματά μου.  
Άφησα μια ζωή να βλαστήσει στον κήπο σου
έναν ήλιο να γελά στον ουρανό σου
μια καρδιά να ανασαίνει στα χέρια σου.       
 

Εσπερινή υπόκλιση

 

Χρώματα μελαγχολικής εσπέρας

πάνω στης Γνώσης το ρυτιδιασμένο πρόσωπο.
Τρεμάμενη η παλέτα του Χρόνου
ζωγραφίζει με θολές αναμνήσεις
επίπονα συμπεράσματα.
Σωστά και λάθη στροβιλίζονται
στο βαλς των επιλογών μας,
η μέρα κι η νύχτα αγκαλιασμένες
συνθέτουν της πλοκής το σενάριο
και λίγο πριν από την τελευταία υπόκλιση 
λαμπυρίζουν της Αλήθειας τα μάτια.        
 

ΠΡΟΤΟΥ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ

 

Προτού ξυπνήσει ο ήλιος

μια κόρη έγειρε
και ήσυχα κοιμάται
καλωσορίζει τ’ όνειρο
στο φως που ανατέλλει,
λαμποκοπάει η ζωή
στο ένυδρο γαλάζιο.       
 

ΡΙΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

 

Στο ρίγος καυτού μεσημεριού

ο έρωτας υγραίνει τα χείλη
τα στήθη φούσκωσαν σαν θάλασσα
και μια αρχέγονη επιθυμία κοχλάζει
στα βάθη ανομολόγητου μυστικού.     
Θάλασσα ηλιογέννητη - youtube

Μουσική: Τηλέμαχος Βούλγαρης/ Στίχοι Ντίνος Ι. Γλαρός Τραγούδι: Ελένη Κατσούλη

Βιολί: Μιχάλης Κουντούρης Τσέλο: Διονύσης Κοτταρίδης Φλάουτο: Γιώτα Παδοβά Κλαρινέτο: Κωνσταντίνα Κιούλου Πιάνο: Γιάννης Σιψάκος Κρουστά: Γιάννος Μπάκας Κοντραμπάσο: Θεόδωρος Κουέλης Mastering: Θεόδωρος Κουέλης Musicartlab studios Από τη συλλογή τραγουδιών "Λιτές Ανάσες" Πίνακας Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ "Ο Μοναχός στην θάλασσα"


Θάλασσα ηλιογέννητη Θάλασσα ηλιογέννητη θάλασσα ηλιογέννητη τη ρότα ποιος θα δείξει. Ποιος άνεμος μου μίλησε ποιος άνεμος μου μίλησε στ’ αλλιώτικο ταξίδι. Κόρη εσύ των αστεριών πέρασμα των ψυχών της Αμφιτρίτης σπιτικό σε ήρεμο γιαλό. -R- Πάρε με μαζί σου, δώσ’ μου το στερνό φιλί να ‘μαι στην αυγή του κόσμου χάρτινο σκαρί. Κύμα στη στεριά χορεύει σμίγει με το φως, φάρος στη ζωή θα φέγγει μέσ’ στο πέλαγος. Θάλασσα ηλιογέννητη θάλασσα ηλιογέννητη ποιος βλέπει το σημάδι. Ποιος είναι που τραγούδησε ποιος είναι που τραγούδησε στ’ ανάλγητο σκοτάδι. Κόρη εσύ των αστεριών πέρασμα των ψυχών της Αμφιτρίτης σπιτικό σε ήρεμο γιαλό.

-R-




 

Θερινό μεσημέρι

 

Χρυσίζουν οι ελιές στις πλαγιές των βουνών

ο άνεμος τους ανακατώνει τα μαλλιά
καθώς διαβαίνει βιαστικός
αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση δροσιάς
στην κάψα του καλοκαιριού
στου μεσημεριού το πύρινο φίλημα.
Η θάλασσα κρυφογελά και φλερτάρει
με του ήλιου τα δάχτυλα
και ζωγραφίζει χρυσές ανταύγειες
στο κορμί της αμμουδιάς.
Τα τζιτζίκια τραγουδούν αδιάφορα για το χειμώνα που έπεται
τα προνοητικά μυρμήγκια δουλεύουν αδιάκοπα στα καυτά χώματα
τα δέντρα ρουφούν λαίμαργα κάθε ρανίδα που λάμπει
ο ήλιος αγκαλιάζει τη γη και της προσφέρει το ζωογόνο φιλί του
συνεχίζει η Φύση το ατέλειωτο ταξίδι στο Χρόνο
σαν πουλί με ακούραστα φτερά ανάμεσα στις εποχές
σαν νερό ασταμάτητο που βιάζεται να φιλήσει τα κύματα.     
 

ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΟΒΟ

 

Μπες μέσα στο φόβο

κάνε κατάδυση στον άγνωστο βυθό του
χάιδεψε το σώμα του
να τον γνωρίσεις
κοίτα τον κατάματα
να σε γνωρίσει.
Μαζί θα πορευτείτε στο θολό τοπίο
θα πιείτε από το ίδιο ποτήρι
θα ψηλαφίσετε χειμωνιάτικα σκοτάδια
και θα κλάψετε σε αλγεινά πρωινά
μαζί θα ματώσετε σε μέρες λεπίδες
μέχρι που άξαφνα θα σας χωρίσει
το φως της γαλήνης.  

Γλείψε τις πληγές σου σαν αδέσποτο σκυλί

να γευτείς το θάνατο,
στις αμυχές σου θα φυτρώσει ο σπόρος
θα ανθίσει το εφήμερο λουλούδι
και θα σκορπίσει νέους σπόρους
που θα τους δουν άλλα μάτια
θα τους μυρίσουν άλλες ψυχές
θα απαλύνουν άλλους φόβους.               
 

Πάθος είναι…

 

Πάθος είναι…

να νικάς το δεν μπορώ
να ξεπερνάς κατά ένα βήμα τα όρια σου
να ατενίζεις το γκρεμό χωρίς φόβο
τραγουδώντας να αντικρίζεις το τέλος.
Ένα λουλούδι στου μυαλού σου τα άγονα
η βελτίωση του χτεσινού εαυτού σου
μια ηχώ στης ερημιάς τα φαράγγια
μια φωτιά που δημιουργεί νέα βλάστηση
μια μοναχική ανεμώνα στο στείρο έδαφος.

Πάθος είναι…

να ανοίγεις τα φτερά σου
κι ας ξέρεις πως θα καούν
κι ας ξέρεις πως θα σε παρασύρει ο άνεμος
και θα σε τσακίσει στα αλύγιστα βουνά
προτού προλάβεις να δεις
τους νέους ορίζοντες.
Η ουτοπία που γεννά την ανάσα σου
η αέναη ανάγκη να αφήσεις το σημάδι σου
για τους επόμενους οδοιπόρους
που ακάματα θα προσπερνούν
τις εποχές του κόσμου.  

Πάθος είναι…

ο ερωτικός παροξυσμός στων ονείρων τα κύματα
ηδονικές εκλάμψεις σε αστεριών συνουσίες
επικοινωνίες παράφορες σε αλληλένδετα σύμπαντα.
Πάθος είναι…
να προχωράς έστω και μόνος
στα μυστικά της αβύσσου.         
 

Πετροχελίδονα

 

Τα πετροχελίδονα κλυδωνίζονται

στου ουρανού το απόγευμα,
τα μαυρόασπρα κορμιά τους ακροβατούν
στις εκλάμψεις της άνοιξης
χορεύουν με τις αντιθέσεις των χρωμάτων
αντιστέκονται στον άνεμο που τα παρασέρνει.
Απολαμβάνουν τις μέρες τους
που είναι γεμάτες ανασφάλεια
έρωτα και αγωνίες
στιγμιαίες χαρές
εφήμερα φτερουγίσματα σε ριψοκίνδυνες πτήσεις
και τα βράδια κουρνιάζουν αποκαμωμένα
στις μετέωρες φωλιές τους
κι ονειρεύονται ατέλειωτα καλοκαίρια
δίχως το φόβο του χειμώνα.
Πόσο μοιάζουν με τις ζωές μας
μετέωρες υπάρξεις
παραδομένες στο Χρόνο
τα πάντα σε μία στιγμή
το άπειρο μέσα στο τίποτα
άλυτη εξίσωση με ακατανόητη λύση
ανεκπλήρωτη επιθυμία στου θανάτου το άγνωστο
απαλό φτερούγισμα
στην αγκαλιά της αθανασίας.      
 

Απώλεια


  

Πονάει

σαν μαχαιριά στην παλιά πληγή,
κολλάει στο δέρμα
στη μνήμη
ανεξίτηλο στίγμα
να θυμίζει περασμένα χαμόγελα
αλλοτινές χαρές που ξεθώριασαν.
Ακολουθεί τα επόμενα βήματα
σκιά που δεν μπορείς ν’ αποφύγεις
τη σέρνεις ξοπίσω σου
φυσική ακολουθία
μιας συνηθισμένης ύπαρξης.
Δάκρυ και γέλιο εναρμονίζονται μέσα της
σ’ ένα παρελθόν που διδάσκει επώδυνα
του παρόντος τη σημαντικότητα
την ανέγερση μετά από την πτώση,
καθορίζοντας τις μελλοντικές επιλογές.
Ο ερχομός της αναπόφευκτο χτύπημα
το σημάδι για πάντα θα μείνει
να θυμίζει
πως οτιδήποτε έχεις
μπορεί να χαθεί σε μια στιγμή,  
να θυμίζει
το ανίκητο δόρυ του τέλους.       
 

Η ΑΝΑΣΑ ΣΟΥ

 

Η ανάσα σου με ζεσταίνει

όπως η πρωινή αχτίδα το παγωμένο βότσαλο,
όπως η αμυδρή φλογίτσα ενός κεριού
τα χέρια του σκληρού χειμώνα. 
Το χιόνι έλιωσε και έγινε νερό
στον ανθισμένο κήπο της καρδιάς, 
αναρριχώνται τα φιλιά
στα ξεραμένα κύτταρα που άνυδρα διψούσαν,
γεμίσαν οι στιγμές πράσινο φύλλωμα
πολύχρωμα λουλούδια ανατέλλουν
στου γέλιου σου τη φωτεινή ημέρα
κι οι νύχτες φεγγαρόλουστες κοιμούνται
στης αγκαλιάς σου το ευωδιαστό σεντόνι.  
Αέρας ανοιξιάτικος στον άπνοο λαιμό μου
της ηδονής μου έκσταση σε κόκκινο τραγούδι
στροβιλισμός απόκρημνος σε βαλς που δεν τελειώνει
η ανάσα σου.       
 

Στίχοι φαντάσματα 

 

Στίχοι θολά φαντάσματα στα άδυτα της λήθης

λέξεις σκιές ανείδωτες δεν έφτασαν στα χείλη
μέσα στης μνήμης χάθηκαν τα σκοτεινά σοκάκια
και τριγυρνούν ρακένδυτοι αλήτες που κρυώνουν.  
Χέρι χαρτί δεν έπιασε μολύβι να τους γράψει
μάτια ποτέ δεν είδανε τι ήθελαν να πούνε
κανέναν δε συγκίνησαν, κανείς δεν τους διαβάζει
αφού ποτέ δε γράφτηκαν, το φως ποτέ δεν είδαν.
Κι όλοι το ξέρουν αν γοργά οι στίχοι δε γραφτούνε
τότε γοργά θα ξεχαστούν, γοργά θα ξεψυχήσουν
φαντάσματα θα γίνουνε, τις νύχτες θα γυρνάνε
μέσα στα όνειρα θα ζουν, στον ύπνο θα ουρλιάζουν. 
Δε θα μπορείς να κοιμηθείς και ξύπνιος δε θ’ αντέχεις
εξόν αν επιστρέψουνε μέσ’ στου μυαλού τα βάθη
κι εκεί βουτήξεις να τους βρεις στον πάτο της ψυχής σου
κι όταν ξανά θ’ αναδυθείς στα δάχτυλα του ήλιου
θα ησυχάσει η καρδιά απ’ τ’ άγρια πελάγη
τα βλέφαρα θα ενωθούν, γλυκά θ’ αγκαλιαστούνε
στην αμμουδιά θα κοιμηθείς και στο γαλάζιο κύμα.      

  Το μπλουζ του απορριμματοφόρου   Τα σκουπίδια καθαρίζω και ολονυχτίς γυρίζω και τα χύμα και καζάνια κι έχουμε οδηγούς τζιμάνια.   ...