ΟΣΤΡΑΚΟ  

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
    τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
 και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει  
( Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ )




Μη σε τρομάζουν οι φουρτούνες
να αντλείς το δίδαγμά τους.
Μετά από κάθε δυσκολία
γίνεσαι πιο δυνατός
όταν την ξεπερνάς,                                                                               
φεύγει ο καιρός
τη θυμάσαι και σου φαίνεται
τόσο ασήμαντη, τόσο μικρή
κι όμως τότε
φάνταζε γιγαντιαία.                                                                              


Η ζωή είναι μια θάλασσα
άλλοτε γαληνεμένη
με τα νερά της να χαϊδεύουν απαλά
το φόβο της ψυχής σου
κι άλλοτε πάλι                                                                                       
οργισμένη σαν κακός δαίμονας
σε καταπίνει με ένα της κύμα
και αναδύονται από το βυθό
οι θεϊκές
άγνωστες δυνάμεις                                                                               
του εαυτού σου.
Στη θάλασσα της ζωής
ρίξε τα όστρακα της σκέψης σου,
όταν θα έχεις πια φύγει
για εκεί που ο χρόνος δε μετράει                                                           
μερικά απ’αυτά
μπορεί να βγουν σε κάποια αμμουδιά
και κάποιος να σε θυμηθεί.
Ζεις αιώνια
όταν σε θυμούνται.                                                                                


Η ζωή είναι ένα ταξίδι
χωρίς να ξέρεις πού θα σε βγάλει
το επόμενο κύμα.
Ταξιδεύεις από λιμάνι σε λιμάνι
άλλο είναι μικρό                                                                                    
άλλο μεγάλο
άλλο ήσυχο και φιλόξενο
άλλο επικίνδυνο και βρώμικο.
Κάθε συνάντηση
έχει και έναν αποχαιρετισμό                                                               
ίσως διότι
ο προορισμός είναι το ταξίδι.


Τίποτε δε θα πάρεις μαζί σου
θα πας γυμνός όπως ήρθες,
γυμνός και μόνος                                                                                 
στο τέλος της αβεβαιότητας.
Τίποτε δε θα σε θυμίζει πια
εκτός, ίσως,
από ένα όστρακο
σε κάποια αμμουδιά                                                                             
της αιωνιότητας.






                                      2004

 από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )

Φωτογραφία ( Φούρνοι Κορσεών ): Γιώργος Ι. Μαρούσης  


ΨΙΧΑΛΕΣ ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ




Ψιχάλες αδέσποτες
του ουρανού αδύναμες υπάρξεις
την τύχη τους ορίζει
το συναπάντημα των ανέμων
της στιγμής το φύσημα.
Ταξιδεύουν αδέξια
μέσ’ στο Χρόνο τρεκλίζοντας
στα βουνά σκοντάφτουν
και στου ήλιου το χάδι.
Παγωμένα δάκρυα
απ’ των συννέφων τα βλέφαρα
ποτίζουν τις ξεραμένες ελπίδες
να γεννηθούν νέες πνοές
νέα χρώματα.
Ψιχάλες αδέσποτες
κατακλείδες κρυστάλλινες
αφήνουν αχνές δημιουργίες
στο τελευταίο τους τρέμουλο. 



ΝΕΟΣ ΗΛΙΟΣ



Θολοί ορίζοντες στα μάτια των παιδιών μας
λειψά διδάγματα δασκάλων θλιβερών,
αιώνων πέρασμα ανούσια ματώνει
σαν νόθος ήρωας πολέμων σκοτεινών. 


Ψυχρά συμφέροντα του μίσους τα βλαστάρια
θεριεύουν τρώγοντας τις σάρκες των λαών,
στημένα σύνορα περίφραξη της Σκέψης
σφαγεία γίνονται των άβουλων αμνών.


Η επανάσταση βολεύτηκε στα λόγια
δειλά λουφάζει του αγώνα η κραυγή
βουβές σημαίες ζητιανεύουνε ιδέες
τα μανιφέστα μάς προδώσαν την αυγή. 


Ο νέος ήλιος ας κινήσει το καθάριο
το φως που κρύβει στα φτερά της η ψυχή… 


Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία:

Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Θεσσαλονίκη – Αθήνα 2020 ( αυτοέκδοση ) 


ΚΡΥΦΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ



Κρυφές δυνάμεις της ψυχής
στο ξύπνημά σας αλλάζετε τη Γνώση,
έναν καινούριο ήλιο της αυγής
το Ασυνείδητο μπορεί να φανερώσει

σε άδυτους τόπους θα τις βρεις
με άγνωστους τρόπους θα τις κατακτήσεις,
ίσως με ένα λόγο προσευχής,
σε μονοπάτια φωτεινά αν περπατήσεις.

Κρυφές δυνάμεις της ψυχής
αλλόκοτοι γελωτοποιοί χοροπηδάτε·
μέσ’ στην αρένα της ζωής

το φυσικό, το λογικό νικάτε·
από πού έρχεστε, προς τα πού πάτε
κρυφές δυνάμεις της ψυχής.  






ΜΥΘΟΣ





Φέξε μου χρυσοφέγγαρο
κόμματα και τελείες
να βάλω στη σελίδα μου
ν’αρχίσω ιστορίες.

Της θάλασσας κρυφόλογα
του βράχου φλυαρίες
για βασιλιάδες που πηδούν.
ξανά στις φαντασίες.

Για πόλη που βυθίστηκε
κάτω από το κύμα
και οι ψυχές της χάθηκαν
στου άπειρου το μνήμα.

Για της ζωής το αίνιγμα
του χρόνου παραμύθι,
για του θανάτου τ’άγνωστο
τι είπανε οι μύθοι.




Απρίλης 1997

από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 ) 

Φωτογραφία ( Φούρνοι Κορσεών ) : Κοντύλω Μύτικα 

ΝΕΚΡΑ ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ



Κλείσαν οι πόρτες της χαμένης μας ζωής
και οι αγέρηδες σωπάσαν της φωνής μας
λάθη χρεώνει η σελίδα της στιγμής
νεκρά γαρύφαλλα στο ψύχος της αυλής μας. 


Σβήσαν τα άστρα τόσων άδοτων φιλιών
και των ανείδωτων ερώτων τα φεγγάρια,
βήματα στείρα στα σκοτάδια των καιρών
νεκρά γαρύφαλλα του κήπου τα βλαστάρια.


Όμως οι πράξεις που δεν έγιναν ποτέ
όσα στενάγματα απόμειναν στο χτες
κι αυτά τα θέλω που ξεψύχησαν κρυμμένα


όλες οι λέξεις οι ανείπωτες της Γης
μέσα στη λάμψη της απύθμενης ψυχής
λευκά γαρύφαλλα θα γίνουν ανθισμένα.   


ΝΥΧΤΑ




Νύχτα αρχόντισσα του Νου
εσώψυχων σκιών φτερουγίσματα
αγκαλιάζει το μαύρο σου πέπλο
κι απλώνει αστέρια τις σκέψεις
για να φέγγουν
στων ερωτημάτων τα σκοτάδια
στων απαντήσεων τους εφιάλτες.




Νύχτα λημέρι τ’ ουρανού
απόκοσμων χαδιών ερινίσματα
λαμπυρίζουν στο άγιο σου τέμπλο,
στα τάματα κρέμονται λέξεις
ικετεύουν
μη χαθούν στων φόβων τα πηγάδια
αυτού του κόσμου οι λιποτάκτες.   


απρίλης



ευωδιαστά χρώματα στα μαλλιά του απρίλη
λικνίζονται ρόδα στον άνεμο
χαμογελούν οι καρδιές των ανθρώπων
ιστιοφόρα χαράζουν τη θάλασσα
φιλιά του ήλιου στα κύματα γνέφουν
στης πεταλούδας το σκίρτημα ρίγη
μέσα στο χάος των άστρων γαλήνη
μέσ’ στο σκοτάδι ελπίδας γαλάζιο   






ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



Πρόσφυγες της ζωής
απάτριδα σκυλιά αβοήθητα
πεινασμένα για ένα χάδι
ένα νεύμα αγάπης
μια στάλα ξεκούραση.
Στα παγωμένα λασπόνερα του χειμώνα
ξεπλένουμε τις πληγές μας
πίνουμε τα δάκρυα της βροχής
μας τρέφουν αποφάγια ελεημοσύνης,
ξαποσταίνουμε φοβισμένα
στην υγρή αγκαλιά της νύχτας 
ελπίζοντας να ανταμώσουμε
το αυριανό ξημέρωμα. 


Σφιχτά περιλαίμια περιορίζουν τη Σκέψη
αόρατα σύνορα φιμώνουν τις λέξεις
ανελέητες θρησκείες μπολιάζουνε μίση
των αιώνων το αίμα ποτίζει πατρίδες. 


Πρόσφυγες της ζωής
τα εφήμερα βήματα σέρνουμε
μη θωρώντας το λίγο του Νου μας
το αδύναμο σώμα της ύπαρξης
που γερνάει κι ανούσια φεύγει.   


Γενάρης 2019
από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 ) 

Πίνακας : 
Οι πρόσφυγες 
Λάδι σε καμβά 
Τάκης Δημόπουλος   

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ



Νυχτερινό αντάμωμα
στο άγρυπνο βλέμμα του Γαλαξία,
θολές εξάψεις δημιουργίας
σπινθηρίζουν φωνές απ’ τα έγκατα
της απύθμενης, άγνωστης ψυχής.
Στα σκοτάδια της Σκέψης
λέξεις τρεμοπαίζουν δειλά
σαν το φως που βυθίζεται
σε καυτή λίμνη κεριού
κι άλλοτε σαν γεράκια περήφανα
τα συννεφιασμένα ύψη διασχίζουν
και με άφοβες πτήσεις γαντζώνονται
στις πλαγιές του κόσμου.
Νυχτερινό αντάμωμα
ασυνείδητο ταξίδι παράξενο,
πού τελειώνει η αλήθεια
πού αρχίζει το ψέμα
θα φανεί
στο επόμενο ξημέρωμα.      


ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδερφέ μου, απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο
                ( Γιάννης Ρίτσος )





Σβήνουν τα λόγια απ’ των πράξεων τη γόμα
και λέξεις άδειες μουντζουρώνουν το χαρτί
τα βήματά μας απ’ το νόημα των στίχων
απέχουν όσο δύση και ανατολή. 


Η κυρά Μούσα ντροπιασμένη στο μολύβι
με το φουστάνι της σκισμένο και λερό
κι οι ποιητάδες τη γραφίδα μας βουτάμε
σ’ ένα μελάνι ματαιόδοξο, λειψό. 


Ποίηση δόλια οι υπηρέτες σου σ’ αφήσαν
μόνη και ξένη σ’ ένα σπίτι αδειανό
είπαν θα δώσουν όμως τίποτα δεν είχαν


κι αν χιόνι νιώθεις σ’ έναν κρύο ουρανό
λευκό λουλούδι στην αυλή σου θα φυτέψω
για να κοιτάζει μέσ’ στα μάτια τον καιρό.  


ΣΚΙΕΣ ΑΛΓΕΙΝΕΣ



Συσσωρευμένοι πόνοι μέσα στην καρδιά
ποτέ δε γιατρεύονται
απλώς με τον καιρό τους συνηθίζεις
τους κουβαλάς μέσα σου, σε ακολουθούν παντού
σκιές αλγεινές
που συντροφεύουν κάθε σου κίνηση.


Απ’ τα βάθη του χρόνου
αναδύονται δυνατές ανάμνησες
αυτές ξέρουν τι σου λείπει
δεν μπορείς να τις ξεγελάσεις
στέκεις μπροστά τους διάφανος,
αυτές ξέρουν πώς να σε τιμωρήσουν.


Μνήμη, βασίλισσα του Νου
με τις τρείς σου κόρες:
τη Λησμονιά με την Τρέλα για την ίαση
και την Ανάμνηση για τη γνώση
και την τιμωρία των σφαλμάτων. 


Το μπλουζ του Μισισιπή 




Ελεύθερα ζήσε απόψε
και νιώσε των μπλουζ τη φωτιά
τον άνεμο που στροβιλίζει
το δαίμονα μέσ’ στην καρδιά.  

                                       -R-
                           Κορνέτα κλαίει
                           του φεγγαριού
                           πλάι στην όχθη
                           του ποταμού.



Μπουκάλι, τσιγάρο, κιθάρα
η σκόνη χροιά στη φωνή
της μέρας οι λύπες, τα πάθη
θα γίνουνε μπλε ιαχή.     

                                        -R-
                           Κορνέτα κλαίει
                           του φεγγαριού
                           πλάι στην όχθη
                           του ποταμού.  



Τ’ αστέρια μιλάνε στα φύλλα
παλιά του νερού μυστικά
που κάνουν τον πόνο τραγούδι
στα όνειρα δίνουν φτερά.   


ΠΟΙΗΜΑ  ( ακροστιχίδα ) 
    



Ποιώ με της ψυχής μου το αίμα
   στίχους ανέστιους
   στου ουρανού το βλέμμα
Οίστρος σαν σκοτεινό φεγγάρι
   ενστικτωδώς παλεύει
   με φως του Λόγου μορφή να πάρει
Ιδέα που δειλά τρεκλίζει
  στα στενά του κόσμου
  την αλήθεια της ψελλίζει
Ήλιος του μυαλού την πορεία
   στην τροχιά της Σκέψης
   καθορίζει με αρμονία
Μάνα επίπονα γεννάει
    με αγάπη τις λέξεις
    το παιδί να μιλάει
Ανάγκη που ποτέ δεν τελειώνει
   στου θανάτου το ψέμα
   τη ζωή μεγαλώνει   


ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ 




Διφορούμενες καταστάσεις
προσπαθούν να εναρμονιστούν
στην ψυχρή πραγματικότητα.
Της ψυχής οι καθρέφτες ανήλεοι
ξερνάνε αλήθειες αγόγγυστα
λεπίδες που χαράζουν τις μέρες
φόβους που τις νύχτες στοιχειώνουν.
Το φιλί της ζωής μια εξίσωση
που κανένας δεν ξέρει τη λύση,
μια πνοή φωτεινή, ανεκτίμητη
που αστράφτει στης Γνώσης τα βάθη. 
Παφλασμός στιγμιαίος που χάνεται
κι αντηχεί στο πηγάδι του Χρόνου,
αστραπή που γελώντας αφήνεται
να χαθεί στου απείρου τα χείλη.   


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ 




Δείξε μου δάσκαλε
τα όρια της Σκέψης,
τα μονοπάτια της Αλήθειας
στον ατέλειωτο της ψυχής λαβύρινθο.
Γέννημα του ανθρώπου
το άγγισμα του θεού
η κόλαση και η παράδεισος
συνυπάρχουν και αντιμάχονται
μέσα μας.
Τα φτερά της ελευθερίας
από επίπονες θυσίες πλασμένα
κι από ματωμένες απώλειες
στο αγκάθινο στεφάνι
της πληγής μας.
Ματαιωμένες ιδεολογίες
κατεστραμμένες θρησκείες
αποδιωγμένες πατρίδες 
κείτονται στην άβυσσο του Νου
κι εγώ εργάτης1 ανίδεος
αιώνια μαθητευόμενος
το νερό της Γνώσης θα διψάω
που καθάριο απλώνεται
από την αρχή του σκοταδιού
ως των μακρινών απογόνων μου
το άγνωστο φως. 




1  είμαι ο εργάτης της άβυσσος
   από την ΑΣΚΗΤΙΚΗ του Νίκου Καζαντζάκη  


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ 



Πόσο κοστίζει η ελευθερία κυρ Αλέξη; 
Πόσο καθείς μπορεί ν’ ανοίξει τα φτερά του; 
Φύγε είσαι λεύτερος
αν έρθει κάποιος και σου πει
εσύ θα φύγεις;  


Όλο και κάποια αλυσίδα θα σε δένει
όλο και κάποια θλίψη θα σου βαραίνει τα πόδια
και της λευτεριάς τα βήματα
πρέπει να είναι ανάλαφρα
σαν ανάσα πεταλούδας
αλλιώς λευτεριά δεν είναι.
Αν σε ξυπνάει μια ανάμνηση τη νύχτα
αν μία λύπη ξεθωριάζει τη χαρά σου
αν πειρασμός για το σκοπό σου αμφιβάλει
τότε λευτεριά δεν είναι.
Η λευτεριά είναι καθάρια σαν τον ήλιο
ένα τραγούδι χιονισμένο στο απόγι
μια ιαχή απ’ του Αχέροντα την όχθη
μια Γνώση πέρα απ’ τα ύστερα του κόσμου.


Εσύ που καταπιάστηκες με τα ανθρώπινα
τα μπερδεμένα κι άλυτα κουβάρια
πες μου πού είναι η αλήθεια κυρ Αλέξη
στον ουρανό ή μέσα μου
στο θάνατο ή στη ζωή;      



ανάμεσα σε δυο σκοτάδια



          Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο.
          Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. 
                    ( ΑΣΚΗΤΙΚΗ – Νίκος Καζαντζάκης )  






ανάμεσα σε δυο σκοτάδια
στιγμιαίο αντιλάρισμα
χρωματίζει το έρεβος
με γαλάζιες ανάσες
τραγουδιών που τελειώνουν


σαν ποτάμι θωπεύει
των αιώνων τις όχθες
αναπάντητο αίνιγμα
στις παρυφές του Χάους   



Παράπονο



Μισή χαρά πάντα μου δίνεις
κάτι προσφέρεις, κάτι παίρνεις
ήλιο δειλό ανάμεσα σε σύννεφα
γέλιο πικρό στην άκρη της απώλειας.
Σαν να μη θες την έπαρση ν’ αφήσεις
να παρασύρει τα φτερά μου
να καούν
στης προσδοκίας τις καυτές αχτίδες.
Μισό χαμόγελο
δίπλα στο βλέφαρο της πίκρας
σαν βότσαλο
μόνο για μια στιγμή αναταράσσει
της χαράς τη λίμνη. 


Πέφτω, σηκώνομαι κι απ’ την ανάποδη
στα δύσβατα λασπόνερα της μέρας σου
μεθυσμένος απ’ το πονεμένο σου κρασί,
όπως σ’ εκείνο το παλιό τραγούδι.


Αργό ζεϊμπέκικο στην πίστα της φωτιάς
ανάμεσα χορεύω σε μαχαίρια
με απλωμένα χέρια και ψυχή στον ουρανό
την ύστατη κορόνα μου θ’ αφήσω
με ένα αχ στη γη του Χρόνου να πετάξει
ακούγοντας το τελευταίο το ταξίμι.  


Νοέμβρης 2018 


από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2019/12/blog-post_40.html

  ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΑΘΩ       Θα ήθελα να μάθω   το τραγούδισμα των πουλιών το δρομολόγιο του ακυβέρνητου σύννεφου τη δύναμη που κάνε...