Το χώμα σκάβω της ψυχής μου




Το χώμα σκάβω της ψυχής μου
να φυτρώσουν οι σπόροι
προσφορά άσπιλη
στων αιώνων το βλέμμα.
Πολύχρωμα, ευωδιαστά κι αγκάθινα
τα λουλούδια της Σκέψης
ποιες αισθήσεις θα αγγίξουν
και τρεμάμενα
σε ποια χέρια θα ξαναγεννηθούν; 
Ορμητικά νερά
αυλακώνουν τη φλούδα του Χρόνου
πριν εξατμιστούν στον ορίζοντα
πριν γίνουν αστέρια του Χάους. 

Το χώμα σκάβω της ψυχής μου
μα το νόημα απρόσιτο
όπως η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Οι λέξεις πόρνες
πανέμορφες και ποθητές
όλοι τις αγαπούν
σε όλους δίνονται
μα δεν ανήκουν σε κανέναν.
Η πένα χειρουργικό νυστέρι
σε άρρωστες αρτηρίες,
το μελάνι δάκρυ των πεσόντων
στη ματαιοδοξία της επιβεβαίωσης
στην πομπή της αθανασίας. 

Η ζωή μου θα τελειώσει
τρελό κι ανέστιο πουλί
στη μανία των ανέμων
κελαηδώντας
των παλμών τις αγωνίες.  


Μικρή ζωή





Μικρή ζωή που χάνεσαι
πλοίο που ξεμακραίνεις
ένα πικρό παράπονο
κάθισε να σου πω

στα χείλη το γλυκό νερό
μου δίνεις και μου παίρνεις
όπως το κύμα του γιαλού
σα σέρνει το χορό.

                     -R-
Κύμα του βοριά
πάρε με μακριά
καράβι αλαργινό
στάσου να σε δω
στάσου να σε δω.




Σαν όνειρο το χάδι σου
αέρας τα φιλιά σου
βιάστηκε η αγάπη σου
κι έχασα τον καιρό.

Το γέλιο σου παράδεισος
μαχαίρι η ματιά σου
κρύψε με μέσ’ στον ίσκιο σου
άλλο να μην πονώ.

                   -R-
Κύμα του βοριά
πάρε με μακριά
καράβι αλαργινό
στάσου να σε δω
στάσου να σε δω.



Σύνθεση: Τηλέμαχος Βούλγαρης 

Η μέθη της κυρά Μούσας





Η μέθη της κυρά Μούσας
διονυσιακός χορός στους πρόποδες της Σκέψης,
αλλόκοτοι αλαλαγμοί απ’ του μυαλού το λαβύρινθο
ανυποψίαστα πετάγματα σε ανείδωτους ορίζοντες
τσακισμένα φτερά απ’ την ορμή των ανέμων
μεθυσμένα όνειρα αξημέρωτης νύχτας
νικημένες ελπίδες μ’ ανοιχτές τις πληγές τους
στροβιλίζονται στο ποτήρι της
σαν μελλούμενα οράματα
εκστασιασμένου προφήτη. 

Πατρίδα αχάριστη





Πατρίδα αχάριστη
με λυσσασμένα σκυλιά για κυβερνώντες
κίβδηλους σωτήρες που αγορεύουν
περιφέροντας τα υπέρβαρα σαρκία τους.
Ξεπουλάμε νερό και φως
πόρνες αδήλωτες και γερασμένες
σε πρόχειρους οίκους ανοχής
μοιραζόμαστε ο καθείς το ποσοστό του
κι έπειτα τις αφήνουμε
άπλυτες και πεινασμένες.
Νταβατζήδες πολυμήχανοι
αγράμματοι εθνικόφρονες
απαίδευτοι φιλόσοφοι
δυόμισι χιλιάδες χρόνια
από το όλα στο τίποτα.


Πατρίδα είμαι εγώ
εγώ το νερό και το φως
εγώ ο μαστροπός κι η πόρνη
εγώ το σκοτάδι
εγώ η αχτίδα…


Γυρολόγος των λέξεων





Γυρολόγος των λέξεων
περιφέρομαι στις γειτονιές
πουλώντας την πραμάτεια μου
τραγουδώντας τα αγαθά μου:
Πάρε κόσμε!
Λέξεις καλές
λέξεις φτηνές
απ’ όλα έχει ο μπαξές,
ποιήματα χαρούμενα
ποιήματα μελαγχολικά
ποιήματα ερωτικά
ποιήματα έμμετρα κι ελεύθερα!
Πάρτε κόσμε κι αναγνώστε
κι ό,τι θέλετε πληρώστε!
Βιβλία φρέσκα
τα πιο φτηνά της αγοράς
ένα πουλώ, ένα χαρίζω!
Πάρτε κόσμε και διαβάστε
πάρε κόσμε!


Στήνω τον πάγκο μου
στις φτωχικές πλατείες
το μαγαζί μου δείχνω στους περαστικούς
ντελάλης λέξεων και εικόνων
υπηρέτης πιστός και αφοσιωμένος:
Πάρε κόσμε!
Αίμα ζεστό
αίμα φτηνό
θα δεις το φόβο που προσμένεις
δειλής ψυχής και πληγωμένης
θα δεις τα μάτια μου που κλαίνε
και τις βραδιές που ξαγρυπνώ.
Πάρτε κόσμε και διαβάστε
κι αν δεν έχετε λεφτά
σας χαρίζω τα μισά!
Πάρτε κόσμε κι ελεήστε
το φτωχό τον ποιητή
κι ίσως κάτι εκεί να βρείτε
ν’ αγαπήσετε πολύ
μία λέξη, ένα στίχο
μια ιδέα φωτεινή
κι άμα τίποτα δε βρείτε
καραβάκι το χαρτί
και αφήστε το να λιώσει
με την πρώτη τη βροχή.
Πάρε κόσμε! 


Δε βλέπεις





Δε βλέπεις
τα λουλούδια που χρωματίζουν τη μέρα σου
κι αφήνεις τα αγκάθια να τρυπούν την ψυχή σου
δε βλέπεις
το γαλάζιο ορίζοντα που απλώνεται γύρω σου
και τυφλός στο σκοτάδι βαδίζεις
δε βλέπεις
της ύπαρξής σου το νόημα
της αλήθειας τα αιμάτινα χείλη
της Φύσης το ανεπαίσθητο άγγισμα
το κάλεσμα της θνητής σου υπόστασης
τον ατέλειωτο, σύντομο δρόμο
τις κοιλάδες τις άγονες
τα βουνά από μίσος εντός σου.
Δε βλέπεις
παρωπίδες θαμπώνουν την όραση
ανεξίτηλα δάκρυα καίνε
της αγάπης τα ρόδινα μάγουλα
δε βλέπεις
τον παράδεισο μέσα σου
και στην πύρινη κόλαση αφήνεσαι
στου χειμώνα τις πέτρινες νύχτες
να χαθείς στο κενό
πριν ανθίσεις. 


Ονειρικό




Ο ουρανός μαζεύει τις πληγές του κόσμου
το φεγγάρι αφουγκράζεται τα όνειρα των ανθρώπων
ο ήλιος ζεσταίνει τα δάκρυα και τα κάνει αστέρια
να λάμπουν στο μαντήλι του.
Το κόκκινο ποτάμι γαλήνεψε στις εκβολές του παραδείσου
η ανώφελη κόλαση πάγωσε στα φτερά των αγγέλων
εισβάλει το άρωμα του ρόδου στις φοβισμένες καρδιές
οι αβέβαιες νύχτες ξεκουράζονται στα δάχτυλα του Μορφέα.
Τα πουλιά καινούρια τραγούδια κεντάνε
σε ανείδωτους ορίζοντες,
ο ποιητής τα σκοτάδια του ψηλαφίζει
για να φωτίσει το Χρόνο.  


Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία:

Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Θεσσαλονίκη – Αθήνα 2020 ( αυτοέκδοση ) 


ΡΩΓΜΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ




Ρωγμές της νιότης
αυλακώνουν το πρόσωπο
βαριά τα βήματα πια
και επιλεκτικά
τα μάτια βλέπουν όλο και πιο κοντά
η σκέψη όλο και πιο μακριά,
απομακρύνθηκε το γέλιο
λιγόστεψε η χαρά. 
Στους σκυμμένους ώμους
οι ουλές του Χρόνου
οι ανταύγειες των άστρων
πληγές στο κορμί,
επίπονες σταγόνες ζωής
στην έρημο της αβύσσου
να ξεδιψούν
οι κουρασμένοι στρατολάτες.  


ΥΑΚΙΝΘΟΙ




Υάκινθοι με πρόσωπα λευκά
σαν αχτίδα σε ατίθασο κύμα
χορεύουν στου ανέμου τα δάχτυλα
τ’ ουρανού τα μαλλιά χρωματίζουν.

Τον ανθό τους τον εύοσμο φίλησα
να ξεχάσω για λίγο τη λύπη
που στον κόσμο τριγύρω απλώθηκε
και αγκάθια γεμίζει τις μέρες.

Υάκινθοι με πρόσωπα λευκά
το σπόρο της χαράς να ωριμάσει
αφήσανε στο άνυδρο το χώμα. 


Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία:

Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Θεσσαλονίκη – Αθήνα 2020 ( αυτοέκδοση ) 


Φωνές στο λυκόφως




Φωνές στο λυκόφως
μοναχικά ουρλιαχτά
τρομάζουν τη σιγή της νύχτας
στην άγρια μέρα που έρχεται
αντιστέκονται ματωμένες
σφαδάζουν στο κατώφλι του πόνου
του Ανθρώπου τις πληγές γλείφουν
να του γιατρέψουν τη θλίψη στα μάτια.

Γκρίζα νεφελώματα σκοτεινιάζουν
τον ουρανό που απλώνεται
πίσω απ’ την άρρωστη βροχή
πίσω από τις διδαχές του μίσους.
Απατημένη νόηση ποτέ δε θα καταλάβεις
πως μέσα απ’ τα χέρια σου έχασες
τον παράδεισο που αιώνες γυρεύεις.

Έλα γαλήνη του σύμπαντος
να σκεπάσεις τις άδικες πράξεις
τις σκληρές συμφορές ν’ αγκαλιάσεις
και το δάκρυ της Γης να σκουπίσεις.     


Μοναχικά σκοτάδια




Μοναχικά σκοτάδια γεύονται τη σιωπή
σε σκονισμένο καθρέφτη μιλάνε
χωρίς να προσμένουν απάντηση
χωρίς να προσμένουν αγάπη
στο θλιμμένο και κρύο κρεββάτι.
Μια αχτίδα στα χείλη λαχτάρησαν
μια χαρά να αγγίξει τα μάτια
ένα ρίγος το δέρμα να ξύπναγε
μια πνοή στα μαλλιά να φυσούσε. 


Τραγούδι




Κλείνω τον έρωτα σ’ ένα τραγούδι
σε δείλι γαλάζιο με φως μακρινό
σάμπως να μπόραγα να αποφύγω
εκείνο το βέλος το φαρμακερό. 

Δένω τ’ αγγίσματα μ’ ένα σκοτάδι
το δάκρυ μου διώχνω αλλού να χαθεί
λες και κατάφερα μέσ’ στην καρδιά μου
ο πόνος του πάθους γαλήνη να βρει.

Έρωτα πλέκεις ιστό της αγάπης
ονείρου εικόνα στο άδειο μυαλό
πέλαγο γκρίζο με χρώματα βάφεις. 

Τραγούδι στα μάτια, της λήθης νερό
είναι το νεύμα από τα φτερά σου
και άστρο που τρέμει στο μαύρο βυθό. 


σπάσε τα δεσμά





σπάσε τα δεσμά
ένας απέραντος ουρανός σε περιμένει
ένας χαρούμενος ήλιος σε κοιτά
σε ποθεί μια νεαρή αχτίδα

σπάσε τα δεσμά
ένα καινούριο βλέμμα σε ζεσταίνει
σε χαιρετάει μία άγνωστη αυγή

σπάσε τα δεσμά
και νιώσε πόση δύναμη έχουν τα φτερά


ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ





Σκόνη της πόλης μπαίνει στα μάτια μου
σκόνη της πόλης μέσ’ στην καρδιά μου
βουή ατελείωτη το μυαλό μου ζαλίζει
θορυβώδη οχήματα τη σιωπή μου πληγώνουν,
πόσες στιγμές χαθήκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα
πόσα όνειρα σταματήσαν στο κόκκινο
πόσες επιθυμίες τα στοπ προσπεράσαν.  
Στα σοκάκια η σκιά μου τρεκλίζει
η μεθυσμένη μου νιότη σε δρόμους αλλιώτικους περπατάει
και τους παλιούς αλλιώς τους βλέπει πια.
Θαλασσινή αύρα το λιμάνι δροσίζει
ο πόνος του νόστου τη μνήμη ξυπνά,
σαν αστραπή περνά ο καιρός σε άγνωστες λεωφόρους
δίχως σήματα και πινακίδες πορεύεται
ώσπου χάνεται σαν ομίχλη σε μουντό πρωϊνό
παγωμένες σταγόνες οι διδαχές του
στον αέρα που μου χαϊδεύει το πρόσωπο
να ανασάνω λίγο ακόμη
να ανασάνω…  



Νοέμβρης 2019 

από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2019/12/blog-post_26.html


Θυμήσου





Θυμήσου
τα ματωμένα δάκρυα στις γωνιές του κόσμου
τα παγωμένα βλέμματα στις παρυφές της γης
τα φοβισμένα παιδιά δίπλα στους νεκρούς γονείς τους
τα φοβισμένα όνειρα στη σκοτεινιά του νου
θυμήσου
τ’ αυριανό ξημέρωμα που μια ριπή το σκότωσε
τους φιμωμένους ήλιους που δε μιλά το φως τους
τις προδομένες θάλασσες που ‘μείναν δίχως κύμα
θυμήσου
το φίλο που δε γύρισε, τον αδερφό που εχάθη
ευχές που δεν ειπώθηκαν, λυγμούς που ξεψυχήσαν
θυμήσου
και μην επιτρέψεις ξανά.   


Ποιος μπορεί …





Ποιος μπορεί ν’ αντέξει
τη δοξαριά του έρωτα
που την καρδιά μαγεύει
και τη σκέψη νικά;


Μήλο κόκκινο, γλυκό
σταλάζει στιγμές ηδονής
στα μισάνοιχτα χείλη …    


Υποκρισία





Υποκρισία ευχάριστη
με φιλί χαιρετάς και με χαμόγελο
με απαλό χτύπημα στην πλάτη
με λόγια που στάζουν μέλι
μέλι άγριο, γλυκό
να κρύβει τη χυδαιότητα.
Υποκρισία πολυπρόσωπη
μορφή γαλήνια, αγγελική
σαν αηδόνι χαρούμενο η φωνή
μα μουγκρητά και εμετός
τέρατος δόντια ματωμένα
όταν στο χώμα
πέσουν οι μάσκες.  


ΙΘΑΚΗ 

Στον Κωνσταντίνο Καβάφη





Οδυσσέας περιπλανώμενος
χαμένος στα πελάγη των καιρών
ανάμεσα σε Συμπληγάδες τραγουδάω
ότι ενίκησα Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες.
Το φιλί της Κίρκης εγεύτηκα
κάτω από έναστρες ηδονές.
Τη Ναυσικά επλάνευσα
όταν ο ήλιος άστραψε στο γυμνό μου σώμα.

Δίχως συντρόφους ξέμεινα
στης μοναξιάς την άσπλαχνη σιωπή
σιγά μιλώντας ο φόβος μην ακούσει
και των κυμάτων την ορμή ψηλά σηκώσει.
Το θυμωμένο Ποσειδώνα κι αν συνάντησα
έμαθα μέσα μου να μην τον κουβανώ
κι απ’ την οργή του ξέφυγα
ναυαγός και μόνος
τη μοίρα μου να συναντήσω.

Είδα λιμένες πρωτοϊδωμένους
λέξεις αλλιώτικες, παλάτια μακρινά
θάλασσες άγνωστες κι απάτητες στεριές,
της εμπειρίας προσφορές κι απεικονίσεις
που χαϊδεύουν τ’ άσπρα μου τα γένια.

Όσο κι αν είναι πλούσια τα δώρα των Φαιάκων
πόσο μικρά μού φαίνονται στης Γνώσης τη σπηλιά
που θησαυρούς αμύθητους κι ατέλειωτους εκρύβη.

Πόσο δίκιο είχες, δάσκαλε,
το μόνο που μου έδωκεν η Ιθάκη
είναι η νοσταλγική αφήγηση
της γλυκιάς ανάμνησης
από το ωραίον ταξίδι. 



Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία:
"ΝΕΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2020"  


εξιλέωση





κατασταλάζει η θλίψη
στα καλντερίμια της σιωπής
στης μοναξιάς το ηλιοβασίλεμα
αγαλλιάζει ο πόνος
στου εαυτού τα σκοτεινά δρομάκια
φωσφορίζουν απαντήσεις
σαν λεπίδες που σκίζουν
το μανδύα του φόβου

αναγεννιόνται οι θεοί
στις προσευχές της ψυχής     


κόκκινη θάλασσα




μητέρες αφήνουν τα μωρά
και πιάνουν τα όπλα
παιδιά σταματούν το παιχνίδι
και ψάχνουν τα χέρια τους
καίγονται τα όνειρα
στη φωτιά της παράνοιας
βιάζονται οι αξίες
στα όργια της ανηθικότητας

κι εμείς ηδονοβλεψίες πρόστυχοι
σωπαίνουμε
στη θέα της κόκκινης θάλασσας
στο χάος της μαύρης ψυχής μας


Γκρίζος χειμώνας





Κοιμάμαι
στα κατωσέντονα της ήττας
δακρύζω
σε μια ζωή σακατεμένη
φοβάμαι
μέσ’ στα απόνερα της νύχτας
πασχίζω
μη χάσω ό,τι απομένει.



Θυμάμαι
κάποιων ερώτων καλοκαίρια
μαζεύω
τις μαραμένες ανεμώνες
λυπάμαι
τα πεθαμένα πεφταστέρια
σμιλεύω
της ερημιάς γκρίζους χειμώνες. 


ΓΑΛΑΖΙΟ ΣΗΜΑΔΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ




Βαθυστόχαστα σύννεφα ραίνουν βροχή της ελπίδας
μοναχικά αστέρια διαμελίζουν του σκοταδιού το φουστάνι
βράχοι σιωπηλοί καταλαγιάζουν το θυμό των κυμάτων.
Θάλασσα μεθυσμένη απ’ του φεγγαριού το αντιλάρισμα
αναφιλητό του φωτός στα μαλλιά της Ανδρομέδας
της ζωής γενναίο απαύγασμα στου θανάτου την άκρη.


Αμυδρές προφητείες καθρεφτίζουν στιγμές απ’ το μέλλον
του παρελθόντος σκιές στο παρόν διαγράφουν μηνύματα
ανεπίδεκτα μάτια διαβάζουν του καιρού τα σινιάλα. 


Το γαλάζιο σημάδι στο άπειρο ένα βαλς με το Χρόνο χορεύει
του ανέμου φιλί στον ορίζοντα φτερουγίζει δειλά πριν να πέσει
βρυχηθμός της φωτιάς στο στερέωμα σαν θεός πληγωμένος σπαράζει
το γαλάζιο σημάδι στο άπειρο ξαγρυπνά και ποτέ δεν κοιμάται.

  ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΑΘΩ       Θα ήθελα να μάθω   το τραγούδισμα των πουλιών το δρομολόγιο του ακυβέρνητου σύννεφου τη δύναμη που κάνε...