Ο χορός των φλαμίνγκο

 

Γλυκό πορτοκαλί ταλαντεύεται

αρμονικές κινήσεις ακριβείας
στον αναγεννησιακό χορό του έρωτα
πάνω σε φρέσκα, δροσερά νερά.  
Νέος κύκλος αρχίζει ξανά
νέες ελπίδες ανατέλλουν
η ζωή ανασυντάσσεται
επαναπροσδιορίζεται και προχωρά. 
Ευκαιρίες και απώλειες
αγωνίες και ανέμελα παιχνίδια
φόβος και ευχαρίστηση
επαγρύπνηση και γαλήνη
συνυπάρχουν στην ίδια αγκαλιά
της σοφής και άγριας Φύσης.         
 

Η βραχνή φυσαρμόνικα του Πάνου

Στον Πάνο Κατσιμίχα 

 

Γλυκό κελάηδισμα φτερούγισε

πάνω από τις αγωνίες της εφηβείας μας
τιτίβισε μελωδίες απόκοσμες
στα απάτητα δάση της καρδιάς μας
ημέρεψε τους άγριους χειμώνες μας
και δρόσισε τα καλοκαίρια μας.  
Σαν διαβατάρικο πουλί
συντροφεύει τους χρόνους μας, 
πετά από τη γη στον ουρανό
και με νότες αγγελικές
ποτίζει τις ψυχές μας
να γεμίσει ο κήπος μας
χρωματιστά τραγούδια
κι ανθισμένες μουσικές.       
 

Τα όνειρα της εγρήγορσης

 

Τα όνειρα της εγρήγορσης

αγέρωχα πουλιά μέσα στην μπόρα
λαβωμένα κύτταρα σε άγνωστες αρτηρίες
σύννεφα ταξιδιάρικα που δακρύζουν
πάνω στις ερήμους του κόσμου
και νέους κόσμους δημιουργούν
γαλήνιους και αρμονικούς
στους πολύχρωμους ορίζοντες της ουτοπίας.
Φοβισμένα βλέφαρα
που κοιτούν κατάματα τους τρόμους
χαϊδεύουν με στοργή τη θλίψη
να ημερέψουν οι πληγές που δεν έκλεισαν
να αγαλλιάσουν οι ψυχές που δεν αναστήθηκαν.
Ιαματικά νερά σε άνυδρες εποχές
να ξεδιψούν τα αγριολούλουδα που δεν άνθισαν
να αγιάζουν οι σπόροι που δεν έζησαν. 
Τα όνειρα της εγρήγορσης
συμπαντικοί παλμοί ακαθόριστοι
στης Αλήθειας τις αιμάτινες φλέβες.       
 

Ο έρωτας κι ο θάνατος

 

Ο έρωτας κι ο θάνατος

τα ίδια μάτια έχουν
κι αν σε κοιτάξουν μια στιγμή
το σώμα σου και την ψυχή
για πάντα τα κατέχουν.  

Ο έρωτας κι ο θάνατος

σαν δυο πληγές που μοιάζουν
κι αν σου αγγίξουν την καρδιά
από την ίδια μαχαιριά
το αίμα σου σταλάζουν.  

Ο έρωτας κι ο θάνατος

εκεί που ξημερώνει
γίνονται πάλι δυο πουλιά
και σαν ανοίξουν τα φτερά
κανένας δε γλυτώνει.       
 

Θα έρθει ένα πρωινό… 

 

Θα έρθει ένα πρωινό

που δε θα ξυπνήσουμε…
Θα βρεθούμε σε μια άγνωστη διάσταση
έναν καινούριο ήλιο θα ανταμώσουμε
και οι παλιές πληγές θα γίνουν νεφελώματα
σ’ έναν απέραντο γαλαξία
όπου οι ψυχές θα συνυπάρχουν μονιασμένες
και οι θεοί θα κείτονται ηττημένοι.   
Σαν αστέρια αχνά
ό,τι έχουμε αφήσει πίσω μας
θα φεγγίζουν σε μελλοντικά σκοτάδια
θα λαμπυρίζουν δειλά σε γήινα μονοπάτια
και θα στέλνουν αλλόκοτα σινιάλα
για να βρίσκουν το δρόμο
αυτού του κόσμου οι οδοιπόροι.        
 

ΛΙΓΗ ΘΛΙΨΗ ΑΚΟΜΑ

 

Λίγη θλίψη ακόμα

ακόμα λίγα ζεστά δάκρυα
πασπαλισμένα με γέλια δειλά,
ακόμα μερικά αβέβαια βήματα
λίγα βλέμματα από τα φοβισμένα μάτια
λίγες ανάσες απ’ το κουρασμένο σώμα.
Λίγοι στίχοι ακόμα
σταγόνες απ’ το αίμα της ψυχής
κομμάτια της εφήμερης σάρκας
τελευταίες σκέψεις φιλοξενούμενης ύπαρξης
λόγια κτερίσματα
που ίσως κάτι από εκείνη να θυμίζουν.  
Κι ύστερα θα απλώσει το σκοτάδι
το απαλό του πέπλο
όλα θα τα σκεπάσει
όλα θα κείτονται ημιτελή
στο βάθος μιας ασάλευτης γαλήνης.      

 

 

Πουλί μου διαβατάρικο

 

Πουλί μου διαβατάρικο

έρχεσαι και πηγαίνεις
γι’ αυτά που βλέπεις δε μιλάς
γι’ αυτά π’ ακούς σωπαίνεις

και μένα μάθε να πετώ - άιντε

να φεύγω το χειμώνα
το καλοκαίρι να γυρνώ - άιντε
μέσ’ του Μαγιού το χρώμα. 

Έλα βάρκα κι είμαι μόνος

και φυσά πανί ο πόνος.

 

Πουλί μου διαβατάρικο

άνοιξε τα φτερά σου
τη λύπη πάρε μακριά
τα μάτια να μην κλάψουν 

να έχω ό,τι αγαπώ - άιντε

κι ό,τι με θε να μ’ έχει
να τον πετάς τον καημό - άιντε
μέσ’ στο νερό να πέφτει.

Έλα βάρκα με τα μένα

πάρε με από τα ξένα.   

 

Ο ΓΛΑΡΟΣ 

 

Το χιόνι πέφτει αδίστακτο

οι ανελέητες νιφάδες χαράζουν τον ορίζοντα
μαργώνουν τα πουλιά που ξέμειναν
και να κουρνιάσουν στη φωλιά δεν πρόλαβαν. 
Μόνο ένας γλάρος επίμονα πετά
αψηφά το κρύο, τον αέρα
το σκοτάδι, τη βροχή
το φόβο
την αβεβαιότητα. 

Τον κοιτώ και θαυμάζω·

τι ανθεκτικό πουλί
τι ατρόμητο πέταγμα!    

Το χιόνι αναφωνεί:

είμαι εδώ κι όλα θα τα παγώσω
τα νερά θα κρυσταλλώσουν
τα φυτά θα μαραθούν.  
Κι ο γλάρος αναφωνεί:
είμαι εδώ και θα πετάω
με όση δύναμη μου απομένει
κι αν είναι τώρα οι φτερούγες μου να σπάσουν
αν είναι τώρα ο αέρας να με πάρει
αν των φτερών το τίναγμα είναι το τελευταίο, 
θα το χαρώ μέχρι το τέλος
μέχρι το τέλος θα το ζήσω
αυτό το πέταγμα
που είναι μικρό σαν μια σταγόνα
σαν ένα θρόισμα δειλό.       
 

Άθροισμα 

 

Πάντοτε προσπαθούσα να ζήσω όπως θέλω,  

να ορίζω εγώ τις επιλογές μου
λαθεμένες ή σωστές να είναι απόλυτα δικές μου
θετικά και αρνητικά να είναι η φωνή της καρδιάς μου.  
Άλλοτε τα κατάφερνα κι άλλοτε όχι
άλλοτε έχανα κι άλλοτε κέρδιζα
( ή και τα δυο μαζί )
κάποτε απόλυτος κυρίαρχος
και κάποτε ανήμπορος σκλάβος.    
Ορατά κι αόρατα δεσμά
ηθελημένα ή αθέλητα
περιτριγύριζαν τη σκέψη μου
και ταυτόχρονα ατρόμητα φτερά
ανέμιζαν στην ψυχή μου.   
Και τώρα εδώ στου δρόμου τα μισά
μετρώ τα βήματά μου
να σέρνονται στα λασπόνερα πάνω στο χώμα
κι άλλες φορές σε κορυφές απάτητες
να ατενίζουν τον μακρινό ορίζοντα της Αλήθειας, 
τα ερωτήματα να παραμένουν αναπάντητα
οι απαντήσεις να καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι
κι αυτό το Χάος που με φιλοξενεί
να εισχωρεί στα σωθικά μου
και να γίνεται η ίδια μου η ύπαρξη.      

 

Άσπρα πουλιά

 

Άσπρα πουλιά

τραγουδούν γελαστά
στην καρδιά μας
πάνε ψηλά
και ξυπνάνε γλυκά
τα όνειρά μας.  

Άσπρα πουλιά

και στον ήλιο πετούν
και στ’ αγιάζι
στην ερημιά
τα φτερά τους χτυπούν
στο χαλάζι.  

Άσπρα πουλιά

είν’ οι μέρες περνούν
σαν αέρας
πάνε γοργά
το γαλάζιο να δουν
μιας εσπέρας.      
 

ΟΛΗ ΜΟΥ Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

 

Όλη μου η περιουσία

η μολυβοθήκη μου.  

Η ξύστρα που ακονίζει

τη λεπίδα του μολυβιού
για να χαράξει στο δέρμα του Χρόνου
τις απόκρυφες σκέψεις του ασυνείδητου. 
Η γόμα που θα σβήσει τα σφάλματα
αφήνοντας μια απαλή ουλή
για να θυμίζει τα λάθος βήματα
και να διορθώνει τις επόμενες επιλογές.  
Τα μολύβια σαν βέλη στη φαρέτρα
τρυπούν τα σωθικά της ψυχής μου
και το αίμα μου ρέει στις γραμμές του τετραδίου
γίνεται νάμα να ξεδιψούν
των καιρών οι στρατολάτες. 

Όλη μου η περιουσία

η μολυβοθήκη μου.
Όλη μου η περιουσία
οι λέξεις μου.     

 

ΘΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΩ

 

Θα αντισταθώ

θα γελάω κάτω από τα σύννεφα της θλίψης
θα τραγουδώ πάνω απ’ τα νεκρά λουλούδια
θα καλωσορίζω τον πόνο
στην πένθιμη αυλή μου.
Θα αγαπώ τον προδότη που λύγισε
τον χαφιέ που δε συγκράτησε την άρρωστη γλώσσα του
το μαχαίρι του φονιά που δεν αντιστάθηκε.
Θα χαϊδεύω την κακία του κόσμου
και το λύκο που μου δάγκωσε το λαιμό
το μίσος που στο αίμα μας ρέει θα πίνω.
Θα μιλάω
στις άκαμπτες σιωπές των αιώνων
για τα λάθη που το πράσινο της ελπίδας σκοτώσανε
για τους θεούς που δίχως οίκτο δικάζουν
για τους θεούς που δίχως οίκτο διχάζουν
και το φόβο σπέρνουν στα μάτια μας.
Θα αντισταθώ
με της αγάπης το άγγισμα
που τις πληγές των ψυχών μας αγιάζει.    
 

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

 

Ένα ποτήρι γλυκό κρασί

μια στάλα μέλι στη φέτα του ψωμιού
ένα χέρι που συνοδεύει τα βήματά σου
μια ζεστή αγκαλιά κάτω απ’ το σεντόνι σου,
μια ειρηνική λέξη για τον συνάνθρωπο
ένα χάδι για το αδέσποτο σκυλί
ένα χαμόγελο για τις ανήμπορες μέρες
μια καθαρή συνείδηση
για τις νύχτες τις αξημέρωτες. 
Πόσο λίγα και απλά
μπορούν να φέρουν στον κόσμο μας
το άρωμα του παράδεισου.     
 

ΕΔΩ ΑΠ’ ΕΞΩ 

 

Εδώ απ’ έξω

η μοναχικότητα είναι ελευθερία
η ελευθερία τρομοκρατεί
σαν όνειρο που δεν ξύπνησε ακόμη
και πετά ανεξέλεγκτα
στης εγρήγορσης το βλεφάρισμα.  
Εδώ απ’ έξω
το χέρι γράφει άφοβα τα μυστικά της ψυχής
ο Νους πουλί ατρόμητο στην μπόρα
η κραυγή ραγίζει τα σωθικά της Αλήθειας
το αίμα γίνεται νάμα της ύπαρξης
το δάκρυ δεν ντρέπεται να κυλήσει στα ξαναμμένα μάγουλα
οι λέξεις εξομολογήσεις
που ψιθυρίζουν τ’ ανομολόγητα.  
Εδώ απ’ έξω
κανείς και τίποτα δε μ’ αγγίζει
οι μύχιες σκέψεις χορεύουν ξέφρενα
στο αλλόκοτο πανηγύρι της έκστασης.  
Εδώ απ’ έξω
η μοναξιά μου ενώνεται με τις αγωνίες των άλλων θνητών
κι ένα πανανθρώπινο τραγούδι υψώνεται
φέγγει σαν άστρο θαμπό
στις σκοτεινές ερημιές της αβύσσου.           

 

Το τσίμπημα του φιδιού

 

Μουδιάζει το σώμα

εξασθενεί
λίγα βήματα ακόμη
τα τελευταία
μικρή η απόσταση ως το χαμό
σε λίγο το μυαλό θα θολώσει
θα στέκεις ακίνητος
ανήμπορο θύμα
δε θα νιώσεις ποτέ
το επερχόμενο τέλος.  
Λίγο πριν τις έσχατες ανάσες
το φίδι θα ανοίξει το στόμα
θα αρχίσει να σε καταπίνει
απ’ το κεφάλι πρώτα
μέχρι που ολόκληρος θα κολυμπάς
στα οξέα του στομαχιού του.
Αχόρταγος αρουραίος
που δεν προνόησες να το αποφύγεις
να του κόψεις το λαιμό, 
αχόρταγος αρουραίος
που ροκάνισες αλόγιστα
τις ελπίδες της ζωής σου
κι άφησες το ύπουλο φίδι
να σε κατασπαράξει ζωντανό
και σένα και τα παιδιά σου
και τα παιδιά των παιδιών σου. 
Θηράματα εσαεί
το δηλητήριο θα ρέει στο αίμα
εις τους αιώνες των αιώνων.      

 

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ  

 

ας αφήσουμε τα παιδιά να μεγαλώσουν

ας μάθουμε απ’ το γέλιο τους

 

 

 

Το γαλάζιο έγινε κόκκινο

ο ουρανός έγινε χώμα
το φως έγινε σκοτάδι.
Βάλαμε στη Σκέψη παρωπίδες
και τυφλοί σερνόμαστε στη λάσπη.
Μας βλέπουν τα πλάσματα του Χάους
χωρίς αιδώ να σκοτωνόμαστε
χωρίς αιδώ να αυτοκαταστρεφόμαστε
χωρίς αιδώ…  
Κάναμε τον παράδεισο κόλαση
θάψαμε την αγάπη στη ματαιοδοξία της έπαρσης
σπαταλήσαμε το άγγισμα του Ήλιου
κι έγινε θεός μας το έρεβος. 
Είμαστε η χαμένη ευκαιρία της ζωής
η λαβωμένη ελπίδα της Γνώσης
το παιδί που δε μεγάλωσε ποτέ
ο νεκρός που δεν αναστήθηκε
το νερό που εξατμίστηκε
προτού γεννηθεί ο σπόρος.  
Είμαστε η χαμένη ευκαιρία της ζωής
είμαστε η ντροπή του σύμπαντος.      

 

Τρεχαντήρι

Στο Νικόλα Παπάζογλου

 

Στο Θιάκι και στην Κέρκυρα

στη Νιό, στη Σαντορίνη
στους Φούρνους και στην Ικαριά
στη Χιό, στη Μυτιλήνη.

-R- (δις)

Τρεχαντήρι τιμονεύω

την αγάπη μου γυρεύω. 

Σιρόκο, Γραίγο, Όστρια

Πουνέντε και Μαΐστρο
και Τραμουντάνα και Γαρμπή
περνώ μα δε σε βρίσκω.

-R- (δις)

Τρεχαντήρι τιμονεύω

την αγάπη μου γυρεύω. 

Τον κόσμο όλο γύρισα

σκιστήκαν τα πανιά μου
αναστενάζουν οι σκαρμοί
μαζί με την καρδιά μου.

-R- (δις)

Τρεχαντήρι τιμονεύω

την αγάπη μου γυρεύω.   

 

 

Επίκληση

 

Αναβρασμός στα σωθικά

και στο μυαλό θαμπάδα
το άγγισμά σου δόνηση
συμπαντική φουρτούνα,
μέσα στο πέλαγο του Νου
τα κύματα μεγάλα
σ’ ένα ταξίδι άγνωστο
με πάνε οι ανέμοι.   

Είν’ η αλήθεια μια σκιά

στις παρυφές του Ήλιου
εξομολόγηση κρυφή
με της ψυχής το κλάμα,
μέσ’ στο σκοτάδι μαχαιριά
και έσχατη ανάσα
σε μια ζωή χωρίς φτερά
που φεύγει πριν αρχίσει.  

Έλα και δώσ’ μου λίγο φως

στάξε μια στάλα μέλι
απ’ το αθάνατο νερό
γεύση γλυκιά στα χείλη,
τα μυστικά της ύπαρξης
σε όνειρο γαλάζιο
να αγκαλιάσω ταπεινά
κι απ’ την αρχή να ζήσω.     
 

Φωτιά

Αφιερωμένο στους πολιτικάντηδες

και τους ρουσφετομανείς πολίτες

της μεταπολίτευσης.    

 

 

Τα ιδανικά σε μια φωτιά
καήκανε και πάνε
πνίγηκαν μέσ’ στα πέλαγα
λουφάξαν, δε μιλάνε
λουφάξαν, δε μιλάνε.  
Τα ιδανικά μας μια στιγμή
μονάχα πολεμάνε
δίχως πυγμή βολεύονται
τους ψεύτες προσκυνάνε
τους ψεύτες προσκυνάνε.

 

-R-

Φωτιά να κάψει τα φρικιά

με τ’ ακριβά κοστούμια

να τους πετάξουμε βαθιά

με φάπες και μπαστούνια. 

Φωτιά να κάψει τα φρικιά

στο διάολο να πάνε

να καθαρίσουν τα σκατά

που ζέχνουν και βρωμάνε.  

 

 

Του εβδομήντα η γενιά

χειρότερη απ’ όλες
τίποτα δε νοιαζόμαστε  
αχόρταγοι ξερόλες
αχόρταγοι ξερόλες. 
Όλοι μαζί μέσ’ στην πυρά
σαν ξύλα να καούμε
όλα να γίνουν κάρβουνο
τα νιάτα να σωθούνε
τα νιάτα να σωθούνε.  

 -R-       

 

Μετουσίωση

 

Κάθε τόπος έχει μια ξενιτιά

κάθε ξενιτιά γίνεται τόπος
τόπος γνώριμος, οικείος
που τον αγαπάς και σ’ αγαπάει
που τον μισείς και σε μισεί. 
Πάντα θα έχεις μέσα σου
τη στάμνα που κουβάλαγες νερό απ’ την πηγή
την κυκλοθυμική θάλασσα που ταξίδευε τα όνειρά σου
το πέτρινο γεφύρι πάνω απ’ το αγριεμένο ποτάμι
το κλαδί της συκιάς που έσπασε κάτω απ’ τα πόδια σου.

Πόσα κλαδιά θα σπάσουν κάτω απ’ τα πόδια σου
πόσα ποτάμια θα σου κόψουν το δρόμο
για πόσο ακόμη θα διψάς δίπλα σε άνυδρες πηγές
ως πότε θα αρμενίζεις στη φουρτουνιασμένη θάλασσα
της ψυχής σου…  

Σε κάθε τόπο τα ίδια θα διαβείς
σε οποιαδήποτε στιγμή του Χρόνου
θα ζεις ξανά τα ίδια
όσες φορές και αν το δεις
το ίδιο νόημα θα βγαίνει,
όσες φορές κι αν γεννηθείς
στην ίδια ουσία θα πεθαίνεις.        

 

Εδώ το σκότος, εδώ και το φως

 

Εδώ το σκότος, εδώ και το φως

παράδεισος και κόλαση εδώ
εδώ οι θεοί και οι διάβολοι
οι άγγελοι κι οι σατανάδες. 
Η μέρα και η νύχτα μέσα στα ίδια μάτια
το αίμα και η λύτρωση μέσα στο ίδιο σώμα
η αλήθεια και το ψέμα μέσα στην ίδια ψυχή. 
Το πάντα και το τίποτα μέσα στο ίδιο Χάος
αδίστακτη πραγματικότητα διαστέλλεται
πεθαίνει και γεννιέται κάθε στιγμή. 
Η κάθε στιγμή μια αιωνιότητα
η αιωνιότητα μία στιγμή
και η αρμονία συμπαντική σύρραξη
στη χαραυγή της ουτοπίας.       

 

ΞΕΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ 

 

Ξένος μέσα στη νύχτα

σέρνω τα αβέβαια βήματα
στου σκοταδιού τα καλντερίμια. 
Στις γειτονιές του Χάους τραγουδώ
ακάματος διαβάτης μεθυσμένος
από το άρωμα των λουλουδιών
και των χρωμάτων την απύθμενη γαλήνη. 
Λέω για ένα όνειρο γαλάζιο
που δε συνάντησε ακόμη το πρωί
που δεν ακούμπησε
το χαμογέλιο μιας χαρούμενης ημέρας
και το τραγούδι χάνεται
στα βάθη της αστείρευτης κακίας
στου μίσους την παράφωνη κραυγή.
Ξένος μέσα στη νύχτα
της σιωπής μου τις αλήθειες ψηλαφίζω
στα μονοπάτια της ψυχής μου αναζητώ
το φως το ανείδωτο που όλα θα τ’ αλλάξει…     

 

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΑΣ

 

Αποκαΐδια στην ποδιά του Χρόνου

οι μέρες της νιότης μας
σκόρπισαν στο πρώτο τίναγμα.
Διαβατάρικα πουλιά που έχασαν την άνοιξη
απ’ του χειμώνα τις κορφές αγναντεύουν
ηλιόλουστα σκιρτήματα αλλοτινών ερώτων.
Παραδομένες στις ρυτίδες του καιρού
άλλες στεριές και θάλασσες γνωρίζουν
σε άλλα μέρη ταξιδεύουν πια
κι η πρώτη τους πατρίδα γη χαμένη
σε χάρτες βυθισμένους στα κοράλλια
περασμένων ναυαγίων.
Αποκαΐδια στη φωτιά του Χρόνου
οι μέρες της νιότης μας
μιας εποχής τη φλόγα να θυμίζουν.    

  Καρδερίνα   Γλυκό τιτίβισμα καρδερίνας στολίζει του ανέμου τα κύματα διακριτικό μέσ’ στο Χρόνο φτερούγισμα ομορφαίνει το διάβα τ...