ΗΡΘΕ ΠΑΛΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ




Ήρθε πάλι ο ποιητής
από της ψυχής μου το σκοτάδι
να με ταράξει με ανησυχίες και φόβους.
Πόσες φορές δε σκέφτηκα να τον διώξω
να βρω την ηρεμία μου                                                                                        
να είμαι κι εγώ φυσιολογικός
να επιπλέω ξαπλωμένος ανάσκελα
στη λίμνη της κοινωνίας
ένα ευτυχισμένο νούφαρο.


          Στο βυθό της θάλασσας                                                                           
του εαυτού μου
τον είχα πετάξει κάποτε
αλλά μετά από καιρό τα νερά φούσκωσαν
αναδύθηκε από τα κύματα σαν την Αφροδίτη
για να σαγηνέψει και πάλι τη σκέψη μου.                                                           
Πέρα από τις βουνοκορφές του μυαλού μου
τον εξόρισα
να χάσει το δρόμο του γυρισμού
μα εκείνος έσκισε τον αέρα πετώντας
σαν πεινασμένο γεράκι                                                                                       
για να κατασπαράξει ξανά τη ζωή μου.
Όμως απόψε
θα τον ξεγελάσω με το καλό
θα τον κάνω να φύγει μόνος του,  
ίσως αυτός είναι ο πιο έξυπνος τρόπος                                                             
να απαλλαγώ για πάντα απ’ αυτόν.


          <<Φτωχέ μου ποιητή
πάντα φτωχός θα ‘σαι.
Βλέπεις από ψηλά
χάνεσαι μακρυά στη Γνώση                                                                              
αναζητάς την ευτυχία στα μεγάλα ιδανικά
και στη μοναξιά της δημιουργίας·
όμως στο τέλος ( το ξέρεις )
θα φύγεις φτωχός
φτωχός και -αλίμονο-                                                                                     
αγράμματος.
Αναρωτιέμαι πώς εσύ
ένας μορφωμένος κι έξυπνος
ακόμη δεν το κατάλαβες;  


           Φτωχέ μου ποιητή                                                                                    
η ευτυχία βρίσκεται γύρω μας
στα πιο απλά πράματα:
να γυρίζεις στο σπίτι κουρασμένος
και να σε περιμένει ένα ζεστό χαμόγελο
μια γλυκιά κουβέντα,                                                                                           
ένα ξαφνικό και αναίτιο φιλί
εκεί που διαβάζεις την εφημερίδα σου,
όταν, λίγο πριν κοιμηθείς, γεμίζεις την αγκαλιά σου
με το κορμί το αγαπημένο.


          Φτωχέ μου ποιητή                                                                                   
άντε τώρα, ξημέρωσε
φύγε και μην ξανάρθεις ποτέ πια.
Και επιτέλους
εγώ θέλω να ζήσω ήρεμος
δίχως Μούσες και Δαίμονες>>.                                                                          


          Όχι, δεν το φανταζόμουνα έτσι
όχι γελώντας
περίμενα να φύγει μελαγχολικός
ή έστω σκεφτικός
όχι γελώντας κοροϊδευτικά,                                                                                
γιατί άραγε;…
Η απορία μου βρήκε τη λύση της όταν ανακάλυψα
πως αυτός ο διάολος
είχε ήδη σκαρώσει άλλη μία ιστορία
για τον άγνωστο αναγνώστη,                                                                            
είχε ήδη γράψει άλλες τρείς καινούριες σελίδες!
Με υστερόγραφο:
                                   καλή αντάμωση 


Συνειρμός


Μέσ’ στη σιγή ένας αυλός,
ξεχύνονται οι νότες
απ’ του μυαλού τις πόρτες
περνάνε σαν το φως.


Αχ και να ήταν μουσική
τα λόγια των ανθρώπων,
οι συμφορές των τόπων
ανάμνηση κακή. 

ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ - Ντίνος Ι. Γλαρός ( youtube )

βίντεο : Μαριαλένα Δισακιά

https://www.youtube.com/watch?v=7z5Tt6NxqN8

Καρδούλα μου, άνοιξες πανιά
κι από παντού φυσάει
άραγε πού σε πάει
της σκέψης σου η πυρκαγιά,
στης ποίησης την άκρη
εργάζονται μονάχοι
οι ποιηταί στην ερημιά.
Γεννάς σ΄ ένα λευκό χαρτί
κι ο ουρανός ανοίγει
μα θα ‘ναι πάντα λίγη
η γνώση σου η πιο πολλή,
στο άπειρο κουκίδα
στον άνεμο ρανίδα
τι να σου κάνει μια ζωή.
Ντίνος Ι. Γλαρός
από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
Ιούλης – Αύγουστος 2001

Ντίνος Ι. Γλαρός

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
στο ιστολόγιο Λόγια ... άνεμοι της ψυχής ! ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΔΙΣΑΚΙΑ

https://marialenadisakia.gr/author/ntinos/     

ΠΑΝΤΟΥΜ



Ζωή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο
καράβια που μόνα στη Γη κολυμπάνε
το μέλλον χορεύει σε εύθυμο τόνο
φωνές που ΄χουν φύγει ξανά τραγουδάνε.

Καράβια που μόνα στη Γη κολυμπάνε
αστέρια που σβήνουν για να ‘ρθουνε άλλα
φωνές που ΄χουν φύγει ξανά τραγουδάνε
τους στίχους που λένε τραγούδια μεγάλα.

Αστέρια που σβήνουν για να ΄ρθουνε άλλα
αν ζεις μέσ’ στη μνήμη για πάντα θα ζήσεις,
τους στίχους που λένε τραγούδια μεγάλα
πώς ήρθες πώς φεύγεις , να μη λησμονήσεις.

Αν ζεις μέσ’ στη μνήμη για πάντα θα ζήσεις
μακάριος όποιος το γέλιο φοράει
πώς ήρθες πώς φεύγεις, να μη λησμονήσεις 
γυμνή η ψυχούλα και μόνη θα πάει.

Μακάριος όποιος το γέλιο φοράει
εδώ είναι όλα στη σκέψη σου μόνο
γυμνή η ψυχούλα και μόνη θα πάει
ζωή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο.   





Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2003  

  από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/1_84.html




Παντούμ: Στιχουργική μορφή από τη Μαλαισία.
Τετράστιχα με σταυρωτή ομοιοκαταληξίαֺ, ο δεύτερος
και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής, γίνεται πρώτος και τρίτος,
αντίστοιχα, της επομένης. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος
είναι ίδιος με τον αρχικό του στίχο. 

Φωτογραφία ( Καλαμάτα ) : Σοφία Κοντογεώργου






ΠΑΝΤΟΥΜ  ΙΙ




Ψυχή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο
στου Χάους το διάβα μια άυλη αύρα
ή τίποτε τάχα κι αυτό είναι μόνο
ζωή μια στιγμούλα εφήμερη λάβρα; 


Στου Χάους το διάβα μια άυλη αύρα
αστέρι φωτίζει κρυφά μονοπάτια
ζωή μια στιγμούλα εφήμερη λάβρα
σκιά των βλεφάρων στου Ήλιου τα μάτια. 


Αστέρι φωτίζει κρυφά μονοπάτια
στο γήινο χρώμα να δίνει τον τόνο
σκιά των βλεφάρων στου Ήλιου τα μάτια
ψυχή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο.  


  Παντούμ: Στιχουργική μορφή από τη Μαλαισία. 
Τετράστιχα με σταυρωτή ομοιοκαταληξίαֺ, ο δεύτερος 
και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής, γίνεται πρώτος και τρίτος,
αντίστοιχα, της επομένης. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος 
είναι ίδιος με τον αρχικό του στίχο.




Φωτογραφία ( Καλαμάτα ): Σοφία Κοντογεώργου 




ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ 




Άγριες, ματωμένες κραυγές μέσα απ’ τα συντρίμμια
κύκνειες κραυγές
που ποτέ δεν πήραν απάντηση
σώματα που τα μέλη τους σκορπίσαν χτυπημένα
μάτια, καρδιές που κλαίνε                                                                                      
το παιδί, το γονιό, τον αδερφό, το φίλο, τον άνθρωπο
αίμα που χύνεται άδικα, ίσως αναίτια
και η ζωή δε θα είναι ποτέ πια ίδια.
Ομάδες ανθρώπων
εγκαταλείπουν τα σπίτια τους                                                                                 
ό,τι έφτιαξαν, ό,τι έχουν, ό,τι μπορούσαν να δημιουργήσουν
και μόνο με τα ρούχα που φοράνε
σέρνουν τα πόδια τους αργά, κουρασμένα, φοβισμένα
τραβώντας προς το άγνωστο.




Τι να φταίει για όλα αυτά;                                                                           
Μήπως κάποια ιδανικά μας;
(πατρίδα, θρησκεία, έθνος, χωρικά ύδατα;)
Αλήθεια, γιατί δεν καταστρέφουμε αυτά
αντί να μαζεύουμε πτώματα;
Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουμε ότι                                                                
αυτά που έχουμε φτάνουν για όλους;
Ή μήπως δε θέλουμε να καταλάβουμε;
Κι έτσι
πάντα οι πολλοί θα κάνουν
ό,τι θέλουν οι λίγοι                                                                                                   
και θα συνεχίσουν να σκοτώνονται
στο όνομα κάποιας θρησκείας
στο όνομα κάποιας πατρίδας.




Δε θα περάσει ποτέ από τη σκέψη μας
ούτε σαν όραμα                                                                                                     
πώς θα ήταν αν ζούσαμε κάπως αλλιώς:
όλοι μαζί, ειρηνικά
τούρκοι και έλληνες
σκλάβοι και τύραννοι
δικτάτορες και επαναστάτες                                                                                  
μικροί και μεγάλοι
πλούσιοι και φτωχοί
πιστοί και άπιστοι
όλοι ίσοι,
πόσα θα παίρναμε ο ένας απ’ τον άλλον.                                                              
Κι έτσι
θα συνεχίσουμε να πολεμάμε
χάνοντας για πάντα
την ομορφιά της ζωής.  


Σεπτέμβρης – Οκτώβρης 2001

  από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/blog-post_80.html





ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ  ΙΙ 




Γύπες πεινασμένοι τριγυρνάνε
πάνω από μελλοντικά κουφάρια
ίσως τα δικά μας… 

Διχαλωτή γλώσσα φαρμακερής οχιάς
συρίζει στο σκοτάδι των αιώνων
τη λάμψη του φωτός θαμπώνει
με δηλητήριο ιδανικών στημένων. 
Νιάτα που δεν πρόλαβαν να ζήσουν
τυλιγμένα με σημαίες που κλαίνε
αδικοχαμένο αίμα ξεγελασμένο από βρικόλακες.

Έμποροι αδίστακτοι κερνούν
σε πρόστυχο παζάρι
σελίδες ιστορίας πεθαμένες. 

Όταν το δάκρυ γίνει πέτρα και ατσάλι
η θλίψη όταν γίνει άνεμου πυγμή
όταν φαντάσματα του οίκτου μας ξυπνήσουν
η σκέψη όταν πνεύσει ελεύθερη, γυμνή
στο ριζικό μας νέος Ήλιος θα προβάλει.  

Φιλοξενούμενος στην εκπομπή << το καλειδοσκόπιο της Ολυμπίας >>
στο διαδικτυακό σταθμό nstv webtv ( 28-6-2017 )
https://www.youtube.com/watch…

ΠΟΙΗΣΗ, ΜΟΥΣΙΚΗ, ΘΑΛΑΣΣΑ



Ποίηση, Μουσική, Θάλασσα
οι τρεις θεές
την ύπαρξή μου καθορίζουν,
οι αδερφές μου
που τα βήματά μου προσέχουν
οι έρωτές μου
που ζωντανεύουν τα κύτταρα.
Γίνονται μία
μία αγάπη
για του τριγύρω το καθετί
μία ανάγκη
για την επόμενη ανάσα
για την επόμενη ανακάλυψη
που θα οδηγήσει
στο επόμενο ερώτημα.
Κυλούν στις φλέβες μου, 
ποτάμι ανεξέλεγκτης ροής
ανεξάντλητων πηγών απόρροια
και ταξιδεύουν
στα παρακλάδια της ζωής
με ορμή που εξασθενεί
προς τις εκβολές του Χρόνου.      


ΣΚΕΨΕΙΣ 




Συνήθισα να ζω τη νύχτα
στη διαύγεια του σκοταδιού
να βλέπω τις σκέψεις μου
με τα αιχμηρά τους νύχια να με τρομάζουν.


Να μου λένε για τους ανθρώπους-φίδια
που τυλίγουν γύρω μου
το ζεστό τους δέρμα
και με το γλυκό τους δάγκωμα
στον ανίδεο λαιμό μου
αδειάζουν δηλητήριο.


Εκείνη η σκέψη η βουβή
στην πιο σκοτεινή γωνιά του ενστίκτου
που δε μιλάει, μόνο κοιτά
τώρα σηκώθηκε και ουρλιάζει :
φτάνει πια
σώσε τον κόσμο με ό,τι μπορείς
χτύπα, πάλεψε
αποκεφάλισε τα φίδια
και πέταξέ τα
στο σιχαμένο βόθρο της απληστίας.
Φτάνει πια
χτύπα, πάλεψε
σφάξε τους κόπρους
που ρυπαίνουν την ανιδιοτέλεια
πάτησε τα σκουλήκια
που μολύνουν τους σπόρους της ελπίδας.

Φτάνει πια
σώσε τον κόσμο με ό,τι μπορείς
χτύπα, πάλεψε
πιάσε το μολύβι σου. 


ΞΕΝΑΚΙ


Σε ξένο τόπο η στράτα μου
μεγάλωσε τα νιάτα μου.
Αχ πέλαο της Ικαριάς
και τα ξενάκια μην ξεχνάς.

                Ο ξένος τόπος πια δικός
                και ο δικός μου μακρινός.


Τον ξένο τόπο πάτησα
μ’ αγάπησε κι αγάπησα.
Λιμάνι κόκκινο, ζεστό
στην αγκαλιά σου νοσταλγώ.

                 Ο ξένος τόπος πια δικός
                 και ο δικός μου μακρινός.


Επήγα και δε γύρισα
και τώρα σ’ αποθύμησα.
Αχ πέλαο της Ικαριάς
που τα ξενάκια αγαπάς.

                  Ο ξένος τόπος πια δικός
                  και ο δικός μου μακρινός.   



          


ΓΑΛΑΖΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ 



Τα βιβλία ανήκουν σε όλους
οι λέξεις ανήκουν σε όλους
απ’ όλους έχουν δημιουργηθεί.

Στα χείλη όλου του κόσμου
τα τραγούδια
ταξιδεύουν χωρίς περιορισμούς
ζευγαρώνουν και κυοφορούν
νέα τραγούδια.

Στην ανθρώπινη ακοή
οι μουσικές
όλες οι μουσικές
που ενώνονται σε μία
σε μία μουσική πανανθρώπινη
γήινη και ταυτόχρονα
μουσική του σύμπαντος.

Επιστήμες προσπαθούν
να κατανοήσουν τα ανεξήγητα.
Τέχνες με έπαρση και ταπεινότητα
αφήνουν το χνάρι τους
στο μαύρο και απέραντο καμβά
που στροβιλίζεται μετέωρος.

Συμπαντικές ανάσες
ψάλλουν ωδές
προς τ’ αστέρια,
ψάλλουν τις εφήμερες και αιώνιες
γαλάζιες στιγμές.    


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Στου ανέμου την ανάσα σκορπάω τη ζωή μου
το κορμί μου σέρνω ανάμεσα στις εποχές
πάθη αγιάτρευτα, πόθοι αστείρευτοι
τι θα δώσετε, τι θα πάρετε
και τι αξία έχουν όλα αυτά;                                                                                   


Αδιάφορες οι πολυτέλειες του κόσμου
καριέρες πεταμένες σ’ένα ανοιξιάτικο πρωινό
με ανταμοιβή μια εξαίσια ικανοποίηση
που από εργατικό μυρμήγκι
έγινα ατίθασο δελφίνι                                                                                            
και πέταξα μακρυά από το βρομερό λιμάνι
και ξέφυγα από τον ασφυκτικό ιστό
της κοινωνικής αράχνης.


Κάθε μέρα που ξημερώνει
είναι ένα άλυτο αίνιγμα                                                                                          
γεμάτο ελπίδες και δυνατότητες
χωρίς να ξέρεις πού θα σε βγάλει
το δειλινό της,
ίσως γι’ αυτό δεν μπόρεσα ποτέ
να κάνω τις μέρες μου                                                                                          
όλες ίδιες.



Εραστής της ουτοπίας
χάνομαι στα μονοπάτια των ονείρων της

και βρίσκω την ευτυχία
σε λίγες λέξεις                                                                                                        
σε μια μελωδία
στο διάβασμα των αστεριών
σ’ένα δέντρο που μεγαλώνει
σ’ ένα παιδί που γελάει
στο αντίκρισμα ενός φίλου                                                                                   
που έσμιξαν τα μονοπάτια των ονείρων μας.



Κορμί μου εφήμερο
που δεν εβαρέθηκες
ηδονές ποτισμένες με αφιόνια
εμπειρίες καινούριες στου Έρωτα τη ζάλη,                                                         
γεύεσαι την ομορφιά όπου τη βρεις
κι ας ξέρεις ότι το επόμενο βήμα
είναι η σήψη.



Τι σκέψεις – γίγαντες
μπορεί να περνάνε από το μυαλό μου                                                                  
εκείνη τη στιγμή
που αφήνω την τελευταία μου ανάσα.
Αποχαιρετώ έναν κόσμο
που ποτέ δεν κατάλαβα
και μια ζωή που δεν έμαθα                                                                                   
για ποιο λόγο την έζησα
που δεν μπόρεσα να εκτιμήσω
την αξία της.



Ψυχή μου λησμονημένη
στο μεταθανάτιο άγνωστο                                                                                    
αθάνατη είναι μόνο η μνήμη
των ζωντανών.



Σκέψη μου αχόρταγη
ακάματη θα τελειώσεις
της ύπαρξής σου το πέρασμα                                                                               
που θα το θυμίζουν
λίγοι στίχοι ταπεινοί και αυτόνομοι.

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ 
                    Στον Τάκη Δημόπουλο 


                        
                        



Η συνείδηση κοιτάει πίσω
και σου θυμίζει κάθε βράδυ
τις λάθος ατάκες
στης ζωής σου το θέατρο. 

Ζωηροί θεατρίνοι
τραγουδούν στην παράσταση
μας γελάει απρόβλεπτο
της πλοκής το σενάριο.
Σκηνικό που αλλάζει
σ’ ένα πλάνο ανείδωτο
ποιον θα χειροκροτήσεις
θα αποδοκιμάσεις; 

Η συνείδηση βλέπει
το λυγμό μέσ’ στα μάτια σου
προσωπείο χαμόγελο
της ψυχής σου το δάκρυ.
Η συνείδηση βλέπει
των χειλιών σου το τρέμουλο
ερινύες φαντάσματα
ευκαιρίες που γνέφουν.

Στης αυλαίας το κλείσιμο
πριν να σβήσουν τα φώτα
θα της πεις όσα έκανες
όσα πήγαν χαμένα
και μετά την απόκριση
ίσως τάχα σου μείνει
φωτεινό ιντερμέδιο
χρώμα να σε θυμίζει.   


Ντίνος Ι. Γλαρός  

Σημείωση του ζωγράφου για τον πίνακα:
Οι δύο φιγούρες επάνω στο << σανίδι >> είναι το καλό και το κακό ή αν θέλετε ο θεός και ο διάβολος ( αμφισβητώ την ύπαρξη και των δύο ) και η θεατής που έχει γυρίσει και μάς κοιτά είναι η συνείδησή μας, αυτή υπάρχει σίγουρα και κανείς δεν ξεφεύγει είτε με την... καλή έννοια είτε με την... κακή.
Σημείωση δική μου ( Ντίνος Ι. Γλαρός ): 
Από οποιαδήποτε γωνία και να κοιτάξεις τον πίνακα, μπορείς να διακρίνεις το βλέμμα της συνείδησης που σε κοιτά!!!  



Πίνακας: 
Εις το θέατρον 
260 x 200 cm 
λάδι σε καμβά 
Τάκης Δημόπουλος   


ΕΣΥ ΑΓΝΗ ΨΥΧΗ 




Εσύ αγνή ψυχή, σκυφτή βαδίζεις
περήφανη στο άσπρο σου το φόρεμα
χρησμός το τι ζητάς και τι ελπίζεις
κι η σάρκα σου απούλητο εμπόρευμα.


Διψάς και του κορμιού μου πίνεις αίμα
τη δύναμη να πάρεις να φωνάξεις
βουβά κραυγές αλήθειας μέσ’ στο ψέμα
το λήθαργο της σκέψης να ταράξεις.


Εσύ αγνή ψυχή, σκυφτή βαδίζεις
περήφανη στο άσπρο σου το φόρεμα…

ΟΝΕΙΡΟ




Σήμερα ξύπνησα
σαν να έκλαιγα
μέσα σε ένα πικρό όνειρο.
Φαίνεται ότι ακόμη
μπορώ να κλαίω στα όνειρα,
τα δάκρυα της εγρήγορσης
στέρεψαν πια.


ΑΓΑΠΗ ΚΟΜΜΕΝΗ ΣΤΑ ΔΥΟ 





Αγάπη κομμένη στα δυο
ποια πλευρά ν’ αγαπήσω;

Οι πεθαμένες ψυχές
αμαυρώνουν την ομορφιά μου
οι χαμένες ζωές
θλίβουν την ύπαρξή μου
ενδοφλέβιο μίσος
διχάζει τη θάλασσά μου.

Ορίζοντας γεμάτος αγωνία
ματαιώνει τη γαλήνη,
ανελέητα συμφέροντα
καθισμένα στο θρόνο τους
αποσταθεροποιούν το μέλλον
με ύποπτες διαχωριστικές γραμμές
που αφανίζουν τους λαούς.

Το διχοτομημένο μου σώμα
θωπεύει ο θάνατος.

Ποιων δυνατών παιχνίδια
ποιων αδερφών αδιαφορία
διαιωνίζουν τις πληγές μου;

    ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΣΗ       Τόσα χρόνια Ποίηση… έχω διαβάσει… έχω γράψει… Κι όμως υπάρχουν λέξεις που δε γνώρισα ακόμη δεν ...