Απολογισμός

 

Κι αν πέρασαν τα χρόνια σαν αέρας

σαν φύλλα αν σκορπίσαν οι στιγμές
κι αν φτάσαμε στο φως μουντής εσπέρας
αθροίζοντας τις λύπες, τις χαρές.   

Κι αν ζήσαμε σαν άστεγοι παρίες

αν μείναμε τυφλοί στο διηνεκές
αν νιώσαμε θνητές υπεροψίες
και έπαρση που θάφτηκε στο χτες.  

Κι αν ντύσαμε με φρίκη τους αιώνες

αν μπλέξαμε μεγάλα και μικρά
αν φτιάξαμε νεκρούς ερειπιώνες
και λιώνουμε στου βούρκου τα νερά.  

Το άλυτο του κόσμου το κουβάρι

στου Χρόνου τις χαράδρες θα κυλά
της νύχτας μας το κόκκινο φεγγάρι
στους πρόποδες του Χάους θα γυρνά.      
 

Ζήσε

 

Ζήσε

σαν απαλή αύρα στην αγκαλιά του ορίζοντα
ταπεινά και ανήσυχα
νιώσε την κάθε ανάσα,
κάθε στιγμή είναι μια ευκαιρία
να γίνεις ό,τι θες
να φτάσεις όπου θες
μέχρι τα πέρατα της δύναμής σου.  
Ζήσε
σαν ζωογόνο σύννεφο
που τα δάκρυά του προσφέρει στο χώμα
να ανθίσουν νέα χρώματα
την ημέρα δειλά να φωτίσουν.  
Ζήσε
σαν να είναι το τέλος στο επόμενο βήμα
σαν γεμάτο φεγγάρι στα χείλη της θάλασσας
σαν τελευταίο πεφταστέρι στην άκρη του Χάους.       
 

Είναι για πάντα η στιγμή  


Του κόσμου τα αιώνια

του Χρόνου τα εγκόσμια
το όλα και το τίποτα
τα λόγια και τ’ ανείπωτα.    

Είναι στο πριν και στο μετά

είναι παντού και πουθενά

είναι ποτέ και εσαεί

είναι για πάντα η στιγμή.   

Τα γέλια και τα κλάματα

της μέρας μας τα θαύματα
η θλίψη και τα όνειρα
ψυχής ελπιδοδρόμια. 

Είναι στο τώρα, στο μετά

είναι παντού και πουθενά

είναι ποτέ και εσαεί

είναι για πάντα η στιγμή.   

Η πίστη και ο φόβος μας

η πίκρα και ο πόνος μας
του Χρόνου τα εγκόσμια
του κόσμου τα αιώνια. 

Στο πριν, στο τώρα, στο μετά

είναι παντού και πουθενά

είναι ποτέ και εσαεί

είναι για πάντα η στιγμή.       

 

        ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΨΑΧΝΩ

 

Τη φωνή μου ψάχνω

μέσα σε ακατανόητες κραυγές
σε ακαθόριστους αντίλαλους
σε μακρινούς αλαλαγμούς.
Συλλαβές φοβισμένες ψελλίζω δειλά
λέξεις ανείπωτες απ’ της ψυχής τα σκοτάδια
που περιμένουν το φως της ακρόασης.  
Τραγούδια να γίνουν του ανθρώπινου πόνου
να θυμίζουν στο Χρόνο τις θνητές μας στιγμές
να αγκαλιάζουν τους τρόμους
να απαλύνουν τη θλίψη
στο απέραντο αύριο
που σε λίγο θα έρθει.       
 

Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ

 

Η μοίρα μου

είναι να ταξιδεύω
στη θάλασσα των λέξεων
στα ναυάγια των ποιημάτων,
στης μουσικής τον απέραντο ορίζοντα
να πετώ σαν τρομαγμένο πουλί
και τα διστακτικά φτερά μου 
ν’ ακολουθούν του ανέμου το φύσημα.  
Να προσφέρω την ψυχή μου
θυσία μάταιη σε απραγματοποίητες προσευχές
σε τραγούδια που ποτέ δεν ακούστηκαν
σε οράματα που τσακίστηκαν
στα αδυσώπητα φαράγγια του κόσμου.  
Η μοίρα μου
φυσική ροή ανεξέλεγκτη
σαν το νερό που κυλά
στο ανεπίστρεπτο ποτάμι του Χρόνου.      
 

Το φως διστακτικό

 

Το φως διστακτικό

εγκλωβίστηκε στα πυκνά σύννεφα
παραδίνονται ανούσιες οι αχτίδες
στα ανόητα σκοτάδια της μωρίας.
Τα μάτια της ελπίδας στάζουν ματωμένα όνειρα, 
τσακισμένα τα φτερά της αγάπης
στις ξέρες του μίσους
στα γιγάντια βουνά της διχόνοιας
στην απύθμενη άβυσσο της έπαρσης.  
Τα πουλιά ανισορροπούν σε γκρεμούς ανεπίστρεπτους
τα λουλούδια λεπρά σε άρρωστα χώματα
το νερό μολυσμένο από οξειδωμένες βροχές
οι αιώνες πεθαμένοι στο νεκροταφείο της Ιστορίας.  

Για κάποιους δεν ξημερώνει ποτέ

ποτέ ο ήλιος δε χρωματίζει το βλέμμα τους
ποτέ η γαλήνη δεν αγγίζει την ψυχή τους, 
για κάποιους η χαρά δεν ήρθε ποτέ
ποτέ δε ζέστανε την ψυχή τους,
για κάποιους το γέλιο χάθηκε παντοτινά…  
και είναι ακόμη παιδιά. 
   
Το φως διστακτικό
στους ορίζοντες του αχάριστου κόσμου
αναζητά έναν αγνό και αθώο ουρανό
στην ανατολή μιας ουτοπίας.      
 

Είμαι

 

Είμαι λουλούδι του αγρού

πίνω βροχή του ουρανού.
Είμαι πουλί στα σκοτεινά
φύλλο αφημένο στο βοριά.  

 

Ένα κι ένα κι άλλο ένα

κύματα φουρτουνιασμένα. 

 

Είμαι αστέρι που κυλά

μέσα στου Χάους τη σκιά.
Είμαι ανάσα στη σιωπή
είμαι το αίμα στην πληγή. 

 

Μία-μία κι άλλη μία

φεύγουν οι στιγμές σαν πλοία. 

 

Είμαι η πίστη στην ψυχή

κάνω το τέλος μια αρχή.
Είμαι φωνή στην ερημιά
είμαι ο πόνος κι η χαρά.  

 

Είμαι μέρα μα και νύχτα

είμαι ψέμα και αλήθεια.       

 

Βροχή ανέμελη

Στην Αγγελική 

 

Βροχή ανέμελη σκάβει το χώμα

γλείφει τους τοίχους, τις ταράτσες, τα κεραμίδια
την ταλαιπωρημένη άσφαλτο
το σακατεμένο πεζοδρόμιο,   
τα μαλλιά της κοπέλας που περιμένει στη στάση
το καθυστερημένο λεωφορείο
( πόσα λεωφορεία χάσαμε, πόσους άγνωστους προορισμούς )
τις μοναχικές ράγες που αναπολούν
τα τρένα που έφυγαν
( πόσα τρένα δεν προλάβαμε και δε γύρισαν ποτέ )
τα αγέρωχα φανάρια
που αναβοσβήνουν ακούραστα
( πόσα φανάρια αψηφήσαμε
  πόσους φάρους δε διαβάσαμε )
τα παιδιά που σχολάσανε
και τρέχουν σπίτι γελώντας
( πόσα παιδιά δε γελάσαν ποτέ
  πόσα παιδιά δε γεννήθηκαν ).    

Το λεωφορείο ήρθε επιτέλους!

Η βρεγμένη κοπέλα θα ξεκουραστεί σε λίγο
μια ζεστή πετσέτα θα τη στεγνώσει
κι αποκαμωμένη θα ονειρευτεί. 
Κι αυτή η ανέμελη βροχή
θα συνεχίσει να μας ξεπλένει
να ποτίζει τον κήπο μας
για να ανθίζουν στις ψυχές μας
ιστορίες του νερού
που θα ευωδιάζουν στο άπειρο.  

Πάντα ζωογόνα αυτή η βροχή

πάντα γεννάει νέα χρώματα
νέες δημιουργίες!      
 

Ο χορός των φλαμίνγκο

 

Γλυκό πορτοκαλί ταλαντεύεται

αρμονικές κινήσεις ακριβείας
στον αναγεννησιακό χορό του έρωτα
πάνω σε φρέσκα, δροσερά νερά.  
Νέος κύκλος αρχίζει ξανά
νέες ελπίδες ανατέλλουν
η ζωή ανασυντάσσεται
επαναπροσδιορίζεται και προχωρά. 
Ευκαιρίες και απώλειες
αγωνίες και ανέμελα παιχνίδια
φόβος και ευχαρίστηση
επαγρύπνηση και γαλήνη
συνυπάρχουν στην ίδια αγκαλιά
της σοφής και άγριας Φύσης.         
 

Η βραχνή φυσαρμόνικα του Πάνου

Στον Πάνο Κατσιμίχα 

 

Γλυκό κελάηδισμα φτερούγισε

πάνω από τις αγωνίες της εφηβείας μας
τιτίβισε μελωδίες απόκοσμες
στα απάτητα δάση της καρδιάς μας
ημέρεψε τους άγριους χειμώνες μας
και δρόσισε τα καλοκαίρια μας.  
Σαν διαβατάρικο πουλί
συντροφεύει τους χρόνους μας, 
πετά από τη γη στον ουρανό
και με νότες αγγελικές
ποτίζει τις ψυχές μας
να γεμίσει ο κήπος μας
χρωματιστά τραγούδια
κι ανθισμένες μουσικές.       
 

Τα όνειρα της εγρήγορσης

 

Τα όνειρα της εγρήγορσης

αγέρωχα πουλιά μέσα στην μπόρα
λαβωμένα κύτταρα σε άγνωστες αρτηρίες
σύννεφα ταξιδιάρικα που δακρύζουν
πάνω στις ερήμους του κόσμου
και νέους κόσμους δημιουργούν
γαλήνιους και αρμονικούς
στους πολύχρωμους ορίζοντες της ουτοπίας.
Φοβισμένα βλέφαρα
που κοιτούν κατάματα τους τρόμους
χαϊδεύουν με στοργή τη θλίψη
να ημερέψουν οι πληγές που δεν έκλεισαν
να αγαλλιάσουν οι ψυχές που δεν αναστήθηκαν.
Ιαματικά νερά σε άνυδρες εποχές
να ξεδιψούν τα αγριολούλουδα που δεν άνθισαν
να αγιάζουν οι σπόροι που δεν έζησαν. 
Τα όνειρα της εγρήγορσης
συμπαντικοί παλμοί ακαθόριστοι
στης Αλήθειας τις αιμάτινες φλέβες.       
 

Ο έρωτας κι ο θάνατος

 

Ο έρωτας κι ο θάνατος

τα ίδια μάτια έχουν
κι αν σε κοιτάξουν μια στιγμή
το σώμα σου και την ψυχή
για πάντα τα κατέχουν.  

Ο έρωτας κι ο θάνατος

σαν δυο πληγές που μοιάζουν
κι αν σου αγγίξουν την καρδιά
από την ίδια μαχαιριά
το αίμα σου σταλάζουν.  

Ο έρωτας κι ο θάνατος

εκεί που ξημερώνει
γίνονται πάλι δυο πουλιά
και σαν ανοίξουν τα φτερά
κανένας δε γλυτώνει.       
 

Θα έρθει ένα πρωινό… 

 

Θα έρθει ένα πρωινό

που δε θα ξυπνήσουμε…
Θα βρεθούμε σε μια άγνωστη διάσταση
έναν καινούριο ήλιο θα ανταμώσουμε
και οι παλιές πληγές θα γίνουν νεφελώματα
σ’ έναν απέραντο γαλαξία
όπου οι ψυχές θα συνυπάρχουν μονιασμένες
και οι θεοί θα κείτονται ηττημένοι.   
Σαν αστέρια αχνά
ό,τι έχουμε αφήσει πίσω μας
θα φεγγίζουν σε μελλοντικά σκοτάδια
θα λαμπυρίζουν δειλά σε γήινα μονοπάτια
και θα στέλνουν αλλόκοτα σινιάλα
για να βρίσκουν το δρόμο
αυτού του κόσμου οι οδοιπόροι.        
 

ΛΙΓΗ ΘΛΙΨΗ ΑΚΟΜΑ

 

Λίγη θλίψη ακόμα

ακόμα λίγα ζεστά δάκρυα
πασπαλισμένα με γέλια δειλά,
ακόμα μερικά αβέβαια βήματα
λίγα βλέμματα από τα φοβισμένα μάτια
λίγες ανάσες απ’ το κουρασμένο σώμα.
Λίγοι στίχοι ακόμα
σταγόνες απ’ το αίμα της ψυχής
κομμάτια της εφήμερης σάρκας
τελευταίες σκέψεις φιλοξενούμενης ύπαρξης
λόγια κτερίσματα
που ίσως κάτι από εκείνη να θυμίζουν.  
Κι ύστερα θα απλώσει το σκοτάδι
το απαλό του πέπλο
όλα θα τα σκεπάσει
όλα θα κείτονται ημιτελή
στο βάθος μιας ασάλευτης γαλήνης.      

 

 

Πουλί μου διαβατάρικο

 

Πουλί μου διαβατάρικο

έρχεσαι και πηγαίνεις
γι’ αυτά που βλέπεις δε μιλάς
γι’ αυτά π’ ακούς σωπαίνεις

και μένα μάθε να πετώ - άιντε

να φεύγω το χειμώνα
το καλοκαίρι να γυρνώ - άιντε
μέσ’ του Μαγιού το χρώμα. 

Έλα βάρκα κι είμαι μόνος

και φυσά πανί ο πόνος.

 

Πουλί μου διαβατάρικο

άνοιξε τα φτερά σου
τη λύπη πάρε μακριά
τα μάτια να μην κλάψουν 

να έχω ό,τι αγαπώ - άιντε

κι ό,τι με θε να μ’ έχει
να τον πετάς τον καημό - άιντε
μέσ’ στο νερό να πέφτει.

Έλα βάρκα με τα μένα

πάρε με από τα ξένα.   

 

Ο ΓΛΑΡΟΣ 

 

Το χιόνι πέφτει αδίστακτο

οι ανελέητες νιφάδες χαράζουν τον ορίζοντα
μαργώνουν τα πουλιά που ξέμειναν
και να κουρνιάσουν στη φωλιά δεν πρόλαβαν. 
Μόνο ένας γλάρος επίμονα πετά
αψηφά το κρύο, τον αέρα
το σκοτάδι, τη βροχή
το φόβο
την αβεβαιότητα. 

Τον κοιτώ και θαυμάζω·

τι ανθεκτικό πουλί
τι ατρόμητο πέταγμα!    

Το χιόνι αναφωνεί:

είμαι εδώ κι όλα θα τα παγώσω
τα νερά θα κρυσταλλώσουν
τα φυτά θα μαραθούν.  
Κι ο γλάρος αναφωνεί:
είμαι εδώ και θα πετάω
με όση δύναμη μου απομένει
κι αν είναι τώρα οι φτερούγες μου να σπάσουν
αν είναι τώρα ο αέρας να με πάρει
αν των φτερών το τίναγμα είναι το τελευταίο, 
θα το χαρώ μέχρι το τέλος
μέχρι το τέλος θα το ζήσω
αυτό το πέταγμα
που είναι μικρό σαν μια σταγόνα
σαν ένα θρόισμα δειλό.       
 

Άθροισμα 

 

Πάντοτε προσπαθούσα να ζήσω όπως θέλω,  

να ορίζω εγώ τις επιλογές μου
λαθεμένες ή σωστές να είναι απόλυτα δικές μου
θετικά και αρνητικά να είναι η φωνή της καρδιάς μου.  
Άλλοτε τα κατάφερνα κι άλλοτε όχι
άλλοτε έχανα κι άλλοτε κέρδιζα
( ή και τα δυο μαζί )
κάποτε απόλυτος κυρίαρχος
και κάποτε ανήμπορος σκλάβος.    
Ορατά κι αόρατα δεσμά
ηθελημένα ή αθέλητα
περιτριγύριζαν τη σκέψη μου
και ταυτόχρονα ατρόμητα φτερά
ανέμιζαν στην ψυχή μου.   
Και τώρα εδώ στου δρόμου τα μισά
μετρώ τα βήματά μου
να σέρνονται στα λασπόνερα πάνω στο χώμα
κι άλλες φορές σε κορυφές απάτητες
να ατενίζουν τον μακρινό ορίζοντα της Αλήθειας, 
τα ερωτήματα να παραμένουν αναπάντητα
οι απαντήσεις να καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι
κι αυτό το Χάος που με φιλοξενεί
να εισχωρεί στα σωθικά μου
και να γίνεται η ίδια μου η ύπαρξη.      

 

Άσπρα πουλιά

 

Άσπρα πουλιά

τραγουδούν γελαστά
στην καρδιά μας
πάνε ψηλά
και ξυπνάνε γλυκά
τα όνειρά μας.  

Άσπρα πουλιά

και στον ήλιο πετούν
και στ’ αγιάζι
στην ερημιά
τα φτερά τους χτυπούν
στο χαλάζι.  

Άσπρα πουλιά

είν’ οι μέρες περνούν
σαν αέρας
πάνε γοργά
το γαλάζιο να δουν
μιας εσπέρας.      
 

ΟΛΗ ΜΟΥ Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

 

Όλη μου η περιουσία

η μολυβοθήκη μου.  

Η ξύστρα που ακονίζει

τη λεπίδα του μολυβιού
για να χαράξει στο δέρμα του Χρόνου
τις απόκρυφες σκέψεις του ασυνείδητου. 
Η γόμα που θα σβήσει τα σφάλματα
αφήνοντας μια απαλή ουλή
για να θυμίζει τα λάθος βήματα
και να διορθώνει τις επόμενες επιλογές.  
Τα μολύβια σαν βέλη στη φαρέτρα
τρυπούν τα σωθικά της ψυχής μου
και το αίμα μου ρέει στις γραμμές του τετραδίου
γίνεται νάμα να ξεδιψούν
των καιρών οι στρατολάτες. 

Όλη μου η περιουσία

η μολυβοθήκη μου.
Όλη μου η περιουσία
οι λέξεις μου.     

 

ΘΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΩ

 

Θα αντισταθώ

θα γελάω κάτω από τα σύννεφα της θλίψης
θα τραγουδώ πάνω απ’ τα νεκρά λουλούδια
θα καλωσορίζω τον πόνο
στην πένθιμη αυλή μου.
Θα αγαπώ τον προδότη που λύγισε
τον χαφιέ που δε συγκράτησε την άρρωστη γλώσσα του
το μαχαίρι του φονιά που δεν αντιστάθηκε.
Θα χαϊδεύω την κακία του κόσμου
και το λύκο που μου δάγκωσε το λαιμό
το μίσος που στο αίμα μας ρέει θα πίνω.
Θα μιλάω
στις άκαμπτες σιωπές των αιώνων
για τα λάθη που το πράσινο της ελπίδας σκοτώσανε
για τους θεούς που δίχως οίκτο δικάζουν
για τους θεούς που δίχως οίκτο διχάζουν
και το φόβο σπέρνουν στα μάτια μας.
Θα αντισταθώ
με της αγάπης το άγγισμα
που τις πληγές των ψυχών μας αγιάζει.    
 

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

 

Ένα ποτήρι γλυκό κρασί

μια στάλα μέλι στη φέτα του ψωμιού
ένα χέρι που συνοδεύει τα βήματά σου
μια ζεστή αγκαλιά κάτω απ’ το σεντόνι σου,
μια ειρηνική λέξη για τον συνάνθρωπο
ένα χάδι για το αδέσποτο σκυλί
ένα χαμόγελο για τις ανήμπορες μέρες
μια καθαρή συνείδηση
για τις νύχτες τις αξημέρωτες. 
Πόσο λίγα και απλά
μπορούν να φέρουν στον κόσμο μας
το άρωμα του παράδεισου.     
 

ΕΔΩ ΑΠ’ ΕΞΩ 

 

Εδώ απ’ έξω

η μοναχικότητα είναι ελευθερία
η ελευθερία τρομοκρατεί
σαν όνειρο που δεν ξύπνησε ακόμη
και πετά ανεξέλεγκτα
στης εγρήγορσης το βλεφάρισμα.  
Εδώ απ’ έξω
το χέρι γράφει άφοβα τα μυστικά της ψυχής
ο Νους πουλί ατρόμητο στην μπόρα
η κραυγή ραγίζει τα σωθικά της Αλήθειας
το αίμα γίνεται νάμα της ύπαρξης
το δάκρυ δεν ντρέπεται να κυλήσει στα ξαναμμένα μάγουλα
οι λέξεις εξομολογήσεις
που ψιθυρίζουν τ’ ανομολόγητα.  
Εδώ απ’ έξω
κανείς και τίποτα δε μ’ αγγίζει
οι μύχιες σκέψεις χορεύουν ξέφρενα
στο αλλόκοτο πανηγύρι της έκστασης.  
Εδώ απ’ έξω
η μοναξιά μου ενώνεται με τις αγωνίες των άλλων θνητών
κι ένα πανανθρώπινο τραγούδι υψώνεται
φέγγει σαν άστρο θαμπό
στις σκοτεινές ερημιές της αβύσσου.           

 

Το τσίμπημα του φιδιού

 

Μουδιάζει το σώμα

εξασθενεί
λίγα βήματα ακόμη
τα τελευταία
μικρή η απόσταση ως το χαμό
σε λίγο το μυαλό θα θολώσει
θα στέκεις ακίνητος
ανήμπορο θύμα
δε θα νιώσεις ποτέ
το επερχόμενο τέλος.  
Λίγο πριν τις έσχατες ανάσες
το φίδι θα ανοίξει το στόμα
θα αρχίσει να σε καταπίνει
απ’ το κεφάλι πρώτα
μέχρι που ολόκληρος θα κολυμπάς
στα οξέα του στομαχιού του.
Αχόρταγος αρουραίος
που δεν προνόησες να το αποφύγεις
να του κόψεις το λαιμό, 
αχόρταγος αρουραίος
που ροκάνισες αλόγιστα
τις ελπίδες της ζωής σου
κι άφησες το ύπουλο φίδι
να σε κατασπαράξει ζωντανό
και σένα και τα παιδιά σου
και τα παιδιά των παιδιών σου. 
Θηράματα εσαεί
το δηλητήριο θα ρέει στο αίμα
εις τους αιώνες των αιώνων.      

 

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ  

 

ας αφήσουμε τα παιδιά να μεγαλώσουν

ας μάθουμε απ’ το γέλιο τους

 

 

 

Το γαλάζιο έγινε κόκκινο

ο ουρανός έγινε χώμα
το φως έγινε σκοτάδι.
Βάλαμε στη Σκέψη παρωπίδες
και τυφλοί σερνόμαστε στη λάσπη.
Μας βλέπουν τα πλάσματα του Χάους
χωρίς αιδώ να σκοτωνόμαστε
χωρίς αιδώ να αυτοκαταστρεφόμαστε
χωρίς αιδώ…  
Κάναμε τον παράδεισο κόλαση
θάψαμε την αγάπη στη ματαιοδοξία της έπαρσης
σπαταλήσαμε το άγγισμα του Ήλιου
κι έγινε θεός μας το έρεβος. 
Είμαστε η χαμένη ευκαιρία της ζωής
η λαβωμένη ελπίδα της Γνώσης
το παιδί που δε μεγάλωσε ποτέ
ο νεκρός που δεν αναστήθηκε
το νερό που εξατμίστηκε
προτού γεννηθεί ο σπόρος.  
Είμαστε η χαμένη ευκαιρία της ζωής
είμαστε η ντροπή του σύμπαντος.      

  ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΑ   Τα παιδικά μου όνειρα μεγάλωσαν και γέρασαν ανέκφραστα κείτονται στη θάλασσα της μνήμης.     Κάποτε κά...