ΤΗΣ ΜΩΡΊΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ 



Αμάσητες μπουκιές υποσχέσεων
μου ευφραίνουν τον ουρανίσκο
κοροϊδίας μπαλόνια πολύχρωμα
στα μυαλά μου φουσκώνουν
φλούδες πατώ και κοιτάω ανάσκελα
της απάτης το γαλαξία. 

                Και χορεύω, πηδάω, γελώ
                της μωρίας μου λάγνο χορό,
                και χορεύω, πηδάω, γελώ
                της μωρίας μου λάγνο χορό!  


Με τιμή και με δόξα σκοτώνω
επετείους πολέμων γιορτάζω
ιερό το δικό μου το αίμα
λύμα βόθρου το αίμα του άλλου
οι κοιλιές όμως των αφεντάδων
ίδιες είναι σε όλο τον κόσμο. 

                Κι αντί να ‘μαι ψηλά αετός
                εσαεί θα βοσκάω αμνός,
                κι αντί να ‘μαι ψηλά αετός
                εσαεί θα βοσκάω αμνός. 


Με προστάζει το χρήμα και τρέχω
ο τυφλός δούλος να γονατίσω
υποκλίνομαι μέχρι τους αστραγάλους
και την πίστη δηλώνω με δέος:
βασιλιά μου εσύ είσαι για μένα
η πατρίδα, θεός και θρησκεία! 

               Αλληλούια κράζω, ωσαννά
               αγγελούδια χρυσά τα λεφτά,
               αλληλούια κράζω, ωσαννά
               αγγελούδια χρυσά τα λεφτά!  


Μα χειρότερη μάγισσα είναι
του μυαλού μου η έπαρση, λέω
που με κάνει ανώτερο εμένα
πιο τρανό κι απ’ το σύμπαν ακόμα
με τη σκούπα της παίζω μπιλιάρδο
και με τέχνη χτυπώ τους πλανήτες!

               Και χορεύω, πηδάω, γελώ
               της μωρίας μου λάγνο χορό,
               και χορεύω, πηδάω, γελώ
               της μωρίας μου λάγνο χορό! 


ΆΛΗ

Ακόμα και η μεγαλύτερη γνώση
            δε γνωρίζει την Αλήθεια
απλώς μικραίνει την αμάθεια





Αλήθεια ασύλληπτη
σ’ αναζητώ
στην απέραντη θάλασσα των λέξεων
στις εκτυφλωτικές αναλαμπές των στοχασμών
στη γνώση
στην αμάθεια
στο σύμπαν της ψυχής μου.

Θα περιπλανηθώ εδώ
στο γαλάζο πλανήτη
σ’ αυτό που αποκαλούμε ζωή
για όσο οξυγόνο μου αναλογεί,
γεννημένος έχοντας μέσα μου
το σαράκι της Ποίησης,
κυλώντας στο αίμα μου
η μελαγχολία αυτής της μοναχικής τέχνης
και θα σ’ αναζητώ
για να έρθω πιο κοντά σου
όχι για να σε βρω
ξέρω ότι ποτέ κανείς δε θα σε βρει
διότι είσαι μακριά
πέρα από το φόβο του Αχέροντα
πέρα από το Φόβο.

Ιθάκη του ποιητή
μπορεί να μη σε βρω ποτέ
θα μου μείνει όμως
το ταξίδι.

Ίσως η μόνη αλήθεια
 να είναι η αξία
της αναζήτησης της αλήθειας.














ΟΣΤΡΑΚΟ  


Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
    τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
 και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει  
( Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ )




Μη σε τρομάζουν οι φουρτούνες
να αντλείς το δίδαγμά τους.
Μετά από κάθε δυσκολία
γίνεσαι πιο δυνατός
όταν την ξεπερνάς,                                                                               
φεύγει ο καιρός
τη θυμάσαι και σου φαίνεται
τόσο ασήμαντη, τόσο μικρή
κι όμως τότε
φάνταζε γιγαντιαία.                                                                              


Η ζωή είναι μια θάλασσα
άλλοτε γαληνεμένη
με τα νερά της να χαϊδεύουν απαλά
το φόβο της ψυχής σου
κι άλλοτε πάλι                                                                                       
οργισμένη σαν κακός δαίμονας
σε καταπίνει με ένα της κύμα
και αναδύονται από το βυθό
οι θεϊκές
άγνωστες δυνάμεις                                                                               
του εαυτού σου.
Στη θάλασσα της ζωής
ρίξε τα όστρακα της σκέψης σου,
όταν θα έχεις πια φύγει
για εκεί που ο χρόνος δε μετράει                                                           
μερικά απ’αυτά
μπορεί να βγουν σε κάποια αμμουδιά
και κάποιος να σε θυμηθεί.
Ζεις αιώνια
όταν σε θυμούνται.                                                                                


Η ζωή είναι ένα ταξίδι
χωρίς να ξέρεις πού θα σε βγάλει
το επόμενο κύμα.
Ταξιδεύεις από λιμάνι σε λιμάνι
άλλο είναι μικρό                                                                                    
άλλο μεγάλο
άλλο ήσυχο και φιλόξενο
άλλο επικίνδυνο και βρώμικο.
Κάθε συνάντηση
έχει και έναν αποχαιρετισμό                                                               
ίσως διότι
ο προορισμός είναι το ταξίδι.


Τίποτε δε θα πάρεις μαζί σου
θα πας γυμνός όπως ήρθες,
γυμνός και μόνος                                                                                 
στο τέλος της αβεβαιότητας.
Τίποτε δε θα σε θυμίζει πια
εκτός, ίσως,
από ένα όστρακο
σε κάποια αμμουδιά                                                                             
της αιωνιότητας.   


                                    2004

από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/blog-post_68.html

Φωτογραφία ( Φούρνοι Κορσεών ): Γιώργος Ι. Μαρούσης   




Καλαματιανός




Έ μώρε έξι
έξι λεμονάκια
έξι λεμο, λεμονάκια  
στρογγυλά και μυρωδάτα


κύ μώρε κύλη
κύλησαν στο δρόμο
κύλησαν στο δρόμο, δρόμο  
και μ’ αφήσανε να λιώνω.


Να μώρε να ζου
ζουμπήξω, να τα πιάσω
να ζουμπήξω, να τα πιάσω
τους χυμούς να απολαύσω.  



ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΡΩΜΑΤΑ 




Χρώματα κι αρώματα
στιγμούλας εφήμερης
στον απέραντο ορίζοντα
μέσ’ στο χρόνο του Χάους. 


Του νερού το γαλάζιο
η πηγή των πάντων
ξεχωρίζει στο άπειρο
ζωογόνα κουκκίδα
στο παιχνίδι των άστρων.  


Στο σκοτάδι του σύμπαντος
λεμονιά ανθισμένη
στου θανάτου το τρέμουλο
αναγέννησης σπόρος. 

                                                  ΗΡΘΕ ΠΑΛΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ




Ήρθε πάλι ο ποιητής
από της ψυχής μου το σκοτάδι
να με ταράξει με ανησυχίες και φόβους.
Πόσες φορές δε σκέφτηκα να τον διώξω
να βρω την ηρεμία μου                                                                                        
να είμαι κι εγώ φυσιολογικός
να επιπλέω ξαπλωμένος ανάσκελα
στη λίμνη της κοινωνίας
ένα ευτυχισμένο νούφαρο.


          Στο βυθό της θάλασσας                                                                           
του εαυτού μου
τον είχα πετάξει κάποτε
αλλά μετά από καιρό τα νερά φούσκωσαν
αναδύθηκε από τα κύματα σαν την Αφροδίτη
για να σαγηνέψει και πάλι τη σκέψη μου.                                                           
Πέρα από τις βουνοκορφές του μυαλού μου
τον εξόρισα
να χάσει το δρόμο του γυρισμού
μα εκείνος έσκισε τον αέρα πετώντας
σαν πεινασμένο γεράκι                                                                                       
για να κατασπαράξει ξανά τη ζωή μου.
Όμως απόψε
θα τον ξεγελάσω με το καλό
θα τον κάνω να φύγει μόνος του,  
ίσως αυτός είναι ο πιο έξυπνος τρόπος                                                             
να απαλλαγώ για πάντα απ’ αυτόν.


          <<Φτωχέ μου ποιητή
πάντα φτωχός θα ‘σαι.
Βλέπεις από ψηλά
χάνεσαι μακρυά στη Γνώση                                                                              
αναζητάς την ευτυχία στα μεγάλα ιδανικά
και στη μοναξιά της δημιουργίας·
όμως στο τέλος ( το ξέρεις )
θα φύγεις φτωχός
φτωχός και -αλίμονο-                                                                                     
αγράμματος.
Αναρωτιέμαι πώς εσύ
ένας μορφωμένος κι έξυπνος
ακόμη δεν το κατάλαβες;  


           Φτωχέ μου ποιητή                                                                                    
η ευτυχία βρίσκεται γύρω μας
στα πιο απλά πράματα:
να γυρίζεις στο σπίτι κουρασμένος
και να σε περιμένει ένα ζεστό χαμόγελο
μια γλυκιά κουβέντα,                                                                                           
ένα ξαφνικό και αναίτιο φιλί
εκεί που διαβάζεις την εφημερίδα σου,
όταν, λίγο πριν κοιμηθείς, γεμίζεις την αγκαλιά σου
με το κορμί το αγαπημένο.


          Φτωχέ μου ποιητή                                                                                   
άντε τώρα, ξημέρωσε
φύγε και μην ξανάρθεις ποτέ πια.
Και επιτέλους
εγώ θέλω να ζήσω ήρεμος
δίχως Μούσες και Δαίμονες>>.                                                                          


          Όχι, δεν το φανταζόμουνα έτσι
όχι γελώντας
περίμενα να φύγει μελαγχολικός
ή έστω σκεφτικός
όχι γελώντας κοροϊδευτικά,                                                                                
γιατί άραγε;…
Η απορία μου βρήκε τη λύση της όταν ανακάλυψα
πως αυτός ο διάολος
είχε ήδη σκαρώσει άλλη μία ιστορία
για τον άγνωστο αναγνώστη,                                                                            
είχε ήδη γράψει άλλες τρείς καινούριες σελίδες!
Με υστερόγραφο:
                                   καλή αντάμωση 


Συνειρμός


Μέσ’ στη σιγή ένας αυλός,
ξεχύνονται οι νότες
απ’ του μυαλού τις πόρτες
περνάνε σαν το φως.


Αχ και να ήταν μουσική
τα λόγια των ανθρώπων,
οι συμφορές των τόπων
ανάμνηση κακή. 

ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ - Ντίνος Ι. Γλαρός ( youtube )

βίντεο : Μαριαλένα Δισακιά

https://www.youtube.com/watch?v=7z5Tt6NxqN8

Καρδούλα μου, άνοιξες πανιά
κι από παντού φυσάει
άραγε πού σε πάει
της σκέψης σου η πυρκαγιά,
στης ποίησης την άκρη
εργάζονται μονάχοι
οι ποιηταί στην ερημιά.
Γεννάς σ΄ ένα λευκό χαρτί
κι ο ουρανός ανοίγει
μα θα ‘ναι πάντα λίγη
η γνώση σου η πιο πολλή,
στο άπειρο κουκίδα
στον άνεμο ρανίδα
τι να σου κάνει μια ζωή.
Ντίνος Ι. Γλαρός
από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
Ιούλης – Αύγουστος 2001

Ντίνος Ι. Γλαρός

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
στο ιστολόγιο Λόγια ... άνεμοι της ψυχής ! ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΔΙΣΑΚΙΑ

https://marialenadisakia.gr/author/ntinos/     

ΠΑΝΤΟΥΜ



Ζωή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο
καράβια που μόνα στη Γη κολυμπάνε
το μέλλον χορεύει σε εύθυμο τόνο
φωνές που ΄χουν φύγει ξανά τραγουδάνε.

Καράβια που μόνα στη Γη κολυμπάνε
αστέρια που σβήνουν για να ‘ρθουνε άλλα
φωνές που ΄χουν φύγει ξανά τραγουδάνε
τους στίχους που λένε τραγούδια μεγάλα.

Αστέρια που σβήνουν για να ΄ρθουνε άλλα
αν ζεις μέσ’ στη μνήμη για πάντα θα ζήσεις,
τους στίχους που λένε τραγούδια μεγάλα
πώς ήρθες πώς φεύγεις , να μη λησμονήσεις.

Αν ζεις μέσ’ στη μνήμη για πάντα θα ζήσεις
μακάριος όποιος το γέλιο φοράει
πώς ήρθες πώς φεύγεις, να μη λησμονήσεις 
γυμνή η ψυχούλα και μόνη θα πάει.

Μακάριος όποιος το γέλιο φοράει
εδώ είναι όλα στη σκέψη σου μόνο
γυμνή η ψυχούλα και μόνη θα πάει
ζωή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο.   





Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2003  

  από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/1_84.html




Παντούμ: Στιχουργική μορφή από τη Μαλαισία.
Τετράστιχα με σταυρωτή ομοιοκαταληξίαֺ, ο δεύτερος
και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής, γίνεται πρώτος και τρίτος,
αντίστοιχα, της επομένης. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος
είναι ίδιος με τον αρχικό του στίχο. 

Φωτογραφία ( Καλαμάτα ) : Σοφία Κοντογεώργου






ΠΑΝΤΟΥΜ  ΙΙ




Ψυχή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο
στου Χάους το διάβα μια άυλη αύρα
ή τίποτε τάχα κι αυτό είναι μόνο
ζωή μια στιγμούλα εφήμερη λάβρα; 


Στου Χάους το διάβα μια άυλη αύρα
αστέρι φωτίζει κρυφά μονοπάτια
ζωή μια στιγμούλα εφήμερη λάβρα
σκιά των βλεφάρων στου Ήλιου τα μάτια. 


Αστέρι φωτίζει κρυφά μονοπάτια
στο γήινο χρώμα να δίνει τον τόνο
σκιά των βλεφάρων στου Ήλιου τα μάτια
ψυχή ταξιδεύεις στον άπειρο χρόνο.  


  Παντούμ: Στιχουργική μορφή από τη Μαλαισία. 
Τετράστιχα με σταυρωτή ομοιοκαταληξίαֺ, ο δεύτερος 
και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής, γίνεται πρώτος και τρίτος,
αντίστοιχα, της επομένης. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος 
είναι ίδιος με τον αρχικό του στίχο.




Φωτογραφία ( Καλαμάτα ): Σοφία Κοντογεώργου 




ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ 




Άγριες, ματωμένες κραυγές μέσα απ’ τα συντρίμμια
κύκνειες κραυγές
που ποτέ δεν πήραν απάντηση
σώματα που τα μέλη τους σκορπίσαν χτυπημένα
μάτια, καρδιές που κλαίνε                                                                                      
το παιδί, το γονιό, τον αδερφό, το φίλο, τον άνθρωπο
αίμα που χύνεται άδικα, ίσως αναίτια
και η ζωή δε θα είναι ποτέ πια ίδια.
Ομάδες ανθρώπων
εγκαταλείπουν τα σπίτια τους                                                                                 
ό,τι έφτιαξαν, ό,τι έχουν, ό,τι μπορούσαν να δημιουργήσουν
και μόνο με τα ρούχα που φοράνε
σέρνουν τα πόδια τους αργά, κουρασμένα, φοβισμένα
τραβώντας προς το άγνωστο.




Τι να φταίει για όλα αυτά;                                                                           
Μήπως κάποια ιδανικά μας;
(πατρίδα, θρησκεία, έθνος, χωρικά ύδατα;)
Αλήθεια, γιατί δεν καταστρέφουμε αυτά
αντί να μαζεύουμε πτώματα;
Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουμε ότι                                                                
αυτά που έχουμε φτάνουν για όλους;
Ή μήπως δε θέλουμε να καταλάβουμε;
Κι έτσι
πάντα οι πολλοί θα κάνουν
ό,τι θέλουν οι λίγοι                                                                                                   
και θα συνεχίσουν να σκοτώνονται
στο όνομα κάποιας θρησκείας
στο όνομα κάποιας πατρίδας.




Δε θα περάσει ποτέ από τη σκέψη μας
ούτε σαν όραμα                                                                                                     
πώς θα ήταν αν ζούσαμε κάπως αλλιώς:
όλοι μαζί, ειρηνικά
τούρκοι και έλληνες
σκλάβοι και τύραννοι
δικτάτορες και επαναστάτες                                                                                  
μικροί και μεγάλοι
πλούσιοι και φτωχοί
πιστοί και άπιστοι
όλοι ίσοι,
πόσα θα παίρναμε ο ένας απ’ τον άλλον.                                                              
Κι έτσι
θα συνεχίσουμε να πολεμάμε
χάνοντας για πάντα
την ομορφιά της ζωής.  


Σεπτέμβρης – Οκτώβρης 2001

  από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/blog-post_80.html





ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ  ΙΙ 




Γύπες πεινασμένοι τριγυρνάνε
πάνω από μελλοντικά κουφάρια
ίσως τα δικά μας… 

Διχαλωτή γλώσσα φαρμακερής οχιάς
συρίζει στο σκοτάδι των αιώνων
τη λάμψη του φωτός θαμπώνει
με δηλητήριο ιδανικών στημένων. 
Νιάτα που δεν πρόλαβαν να ζήσουν
τυλιγμένα με σημαίες που κλαίνε
αδικοχαμένο αίμα ξεγελασμένο από βρικόλακες.

Έμποροι αδίστακτοι κερνούν
σε πρόστυχο παζάρι
σελίδες ιστορίας πεθαμένες. 

Όταν το δάκρυ γίνει πέτρα και ατσάλι
η θλίψη όταν γίνει άνεμου πυγμή
όταν φαντάσματα του οίκτου μας ξυπνήσουν
η σκέψη όταν πνεύσει ελεύθερη, γυμνή
στο ριζικό μας νέος Ήλιος θα προβάλει.  

Φιλοξενούμενος στην εκπομπή << το καλειδοσκόπιο της Ολυμπίας >>
στο διαδικτυακό σταθμό nstv webtv ( 28-6-2017 )
https://www.youtube.com/watch…

ΠΟΙΗΣΗ, ΜΟΥΣΙΚΗ, ΘΑΛΑΣΣΑ



Ποίηση, Μουσική, Θάλασσα
οι τρεις θεές
την ύπαρξή μου καθορίζουν,
οι αδερφές μου
που τα βήματά μου προσέχουν
οι έρωτές μου
που ζωντανεύουν τα κύτταρα.
Γίνονται μία
μία αγάπη
για του τριγύρω το καθετί
μία ανάγκη
για την επόμενη ανάσα
για την επόμενη ανακάλυψη
που θα οδηγήσει
στο επόμενο ερώτημα.
Κυλούν στις φλέβες μου, 
ποτάμι ανεξέλεγκτης ροής
ανεξάντλητων πηγών απόρροια
και ταξιδεύουν
στα παρακλάδια της ζωής
με ορμή που εξασθενεί
προς τις εκβολές του Χρόνου.      


ΣΚΕΨΕΙΣ 




Συνήθισα να ζω τη νύχτα
στη διαύγεια του σκοταδιού
να βλέπω τις σκέψεις μου
με τα αιχμηρά τους νύχια να με τρομάζουν.


Να μου λένε για τους ανθρώπους-φίδια
που τυλίγουν γύρω μου
το ζεστό τους δέρμα
και με το γλυκό τους δάγκωμα
στον ανίδεο λαιμό μου
αδειάζουν δηλητήριο.


Εκείνη η σκέψη η βουβή
στην πιο σκοτεινή γωνιά του ενστίκτου
που δε μιλάει, μόνο κοιτά
τώρα σηκώθηκε και ουρλιάζει :
φτάνει πια
σώσε τον κόσμο με ό,τι μπορείς
χτύπα, πάλεψε
αποκεφάλισε τα φίδια
και πέταξέ τα
στο σιχαμένο βόθρο της απληστίας.
Φτάνει πια
χτύπα, πάλεψε
σφάξε τους κόπρους
που ρυπαίνουν την ανιδιοτέλεια
πάτησε τα σκουλήκια
που μολύνουν τους σπόρους της ελπίδας.

Φτάνει πια
σώσε τον κόσμο με ό,τι μπορείς
χτύπα, πάλεψε
πιάσε το μολύβι σου. 


ΞΕΝΑΚΙ


Σε ξένο τόπο η στράτα μου
μεγάλωσε τα νιάτα μου.
Αχ πέλαο της Ικαριάς
και τα ξενάκια μην ξεχνάς.

                Ο ξένος τόπος πια δικός
                και ο δικός μου μακρινός.


Τον ξένο τόπο πάτησα
μ’ αγάπησε κι αγάπησα.
Λιμάνι κόκκινο, ζεστό
στην αγκαλιά σου νοσταλγώ.

                 Ο ξένος τόπος πια δικός
                 και ο δικός μου μακρινός.


Επήγα και δε γύρισα
και τώρα σ’ αποθύμησα.
Αχ πέλαο της Ικαριάς
που τα ξενάκια αγαπάς.

                  Ο ξένος τόπος πια δικός
                  και ο δικός μου μακρινός.   



          

  Το μπλουζ του μάστορα   Μάστορα μου σε περίμενα εχτές πήρες σήμερα και μου ‘πες δυο ψευτιές στάζει η βρύση, καζανάκι χαλασμένο μ...