Μια χαραμάδα φως

 

Μια χαραμάδα φως

θα αρκούσε
να μας βγάλει απ’ τα σκοτάδια μας,  
σε καθαρό ουρανό
να πετούσε ελεύθερη η σκέψη μας.  
Ένα νεκρό λουλούδι
θα μπορούσε
να αναστήσει τη συμπόνια μας
να στάξει ένα δάκρυ στις καρδιές μας.
Τα κελαηδίσματα των πουλιών
θα ήταν τα πιο όμορφα τραγούδια
στις αγνές ψυχές μας
και οι απέραντες θάλασσες των οριζόντων
θα μας καλούσαν σε νέα ταξίδια.   
Αν μια χαραμάδα φως
διαπερνούσε απαλά
απ’ τα μισάνοιχτα παράθυρα
της ύπαρξης μας.       

 

Αλληλένδετοι κόσμοι

 

Εγώ εδώ κι εσύ εκεί

τόσο μακριά και τόσο κοντά,
ό,τι συμβαίνει σε σένα με καθορίζει
οτιδήποτε κάνω σε επηρεάζει
παράλληλες διαδρομές σε μοιραία συνύπαρξη. 
Όλη μου η ζωή στην αγκαλιά σου
όλη μου η ύπαρξη μέσα στα σπλάχνα σου, 
οι επιλογές μου σκιαγραφούν την πορεία μου
σ’ ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό
κάθε μου σχέδιο αβέβαιο ξημέρωμα
σ’ ένα αύριο δίχως τέλος. 
Οι κοσμοθεωρίες σκόνη στον άνεμο
οι ανακαλύψεις κόκκοι άμμου σε απέραντη παραλία
οι θεοί αδυνατούν να αγγίξουν την Αλήθεια
και οι αλήθειες μου ξέθωρα χρώματα
στον καμβά του Χρόνου.  
Εγώ εδώ κι εσύ εκεί
αλληλένδετοι κόσμοι
στο συμπαντικό χορό
της δημιουργίας και της καταστροφής.       

 

Στην άκρη του γιαλού

 

Εδώ στην άκρη του γιαλού

το βλέμμα ξανοίγεται στο γαλάζιο
ο ορίζοντας απλώνει τα γήινα χρώματα
πάνω απ’ την απέραντη θάλασσα
της ζωής μας. 
Εδώ στο απόμερο ακρωτήρι
πάνε κι έρχονται τα κύματα
φέρνοντας μηνύματα από άγνωστους τόπους,
τα πλοία μάς καλούν απ’ τ’ ανοιχτά
να σαλπάρουμε
στης Γνώσης το ταξίδι.  
Εδώ στην άκρη του γιαλού
σύννεφα ταξιδιάρικα οι μέρες
φυσούν οι άνεμοι και χάνονται
στα άδυτα του Χρόνου.  
Εδώ στην άκρη του γιαλού
στα στερνά της πορείας
μετά από τόσες τρικυμίες
ακόμα δεν κατάλαβα
πού είναι η αρχή και πού το τέλος
πού βρίσκεται το ψέμα κι η αλήθεια
της ύπαρξης ετούτης 
ποιος ο λόγος…        

 

Μόνο μία φορά

 

Μόνο μία φορά

κι έπειτα χανόμαστε
ούτε ζούμε κάπου αλλού
ούτε επιστρέφουμε.  
Μόνο μία φορά
τόσο λίγος ο χρόνος μας
κι ό,τι προλάβουμε να μάθουμε
ό,τι προλάβουμε να δώσουμε
στη διάρκεια μιας αστραπής.  
Μόνο μία φορά
κι έπειτα γινόμαστε
μια ανάμνηση για τους ζωντανούς
μια αύρα στις μελλοντικές σκέψεις. 
Μόνο τα τραγούδια μας
θα θυμίζουν στο αύριο
τη φοβισμένη μας ύπαρξη
τη θνητή μας υπόσταση
τα δειλά μας σκοτάδια
στους ήλιους της αιωνιότητας.      
 

Ικεσία

 

Οδήγησέ με

μη με αφήσεις να χαθώ
στων ερωτήσεων τα αναπάντητα σκοτάδια.   
Οδήγησέ με
με φάρους που νικούν την καταχνιά
με αναλαμπές απ’ του ασυνείδητου τα βάθη
με πετράδια πολύχρωμα
απ’ το βυθό του Χρόνου.  
Φώτισε τους μύχιους φόβους της σκέψης μου
την κρυμμένη της δειλίας αιτία
της προσευχής μου τις ανείπωτες λέξεις
της επόμενης μέρας το καινούριο ξημέρωμα.  
Με αγρυπνούν του μυαλού μου οι δαίμονες
με εξουθενώνει της ψυχής μου η μπόρα,  
κουκκίδα αφανής στου απείρου το πάντοτε
πώς μπορώ μια φωνή να προτάξω.  
Τέχνη αλλόκοτη και ταπεινή
το άβατο που βλέπεις των αιώνων
λύτρωσέ με
έστω για λίγες στιγμές
το άγγισμα να νιώσω της Αλήθειας.      
 

Εκεί που κλαίει η καρδιά 

 

Εκεί που κλαίει η καρδιά

το ρίγος της απλώνει
το μαύρο του σεντόνι
στα δυο της μάτια τα υγρά
η λύπη πνίγει τη χαρά
στο δάκρυ που παγώνει.   

Εκεί που κλαίει η καρδιά

και βαριαναστενάζει
η θύμηση σπαράζει
σε άλλα χρόνια φωτεινά
που τραγουδούσαν δυο πουλιά
στη μέρα που χαράζει.   

Εκεί που κλαίει η καρδιά

ευχή ποτέ δεν πιάνει
απάνεμο λιμάνι
δε θά βρει ούτε και στεριά
να ακουμπήσει τα πανιά
ο πόνος να γλυκάνει.       
 

Η ΑΓΑΠΗ ΚΛΑΙΕΙ

 

Η αγάπη κλαίει απογοητευμένη

στις σπηλιές του μίσους
στα σκοτάδια της έπαρσης.
Με αγνό, αμόλυντο νερό
καθαρίζει τις πληγές της,
με ουρανό αναμάρτητο
γιατρεύει τις σάρκες της.
Ψιθυρίζει δειλά ανείπωτες προσευχές
που κανείς δεν ακούει,
ζωγραφίζει ανείδωτα χρώματα
που κανένας δε βλέπει,
τραγουδά ανήκουστες μουσικές
που κανείς δεν αισθάνεται.
Η αγάπη κλαίει
στα σκοτωμένα όνειρα των παιδιών
στην ορφανή αγκαλιά μιας μητέρας
στη βιασμένη αθωότητα ενός κοριτσιού.
Η αγάπη κλαίει
στον παραλογισμό θεών και διαβόλων
στην παράνοια αλλοπρόσαλλων μυαλών
στην αχόρταγη λαιμαργία θνητών συμφερόντων
στης ανθρώπινης ψυχής το έρεβος.     

 

Σε περιμένω μαμά

 

Σε περιμένω μαμά

θα ανταμώσουμε πάλι όταν έρθει η ώρα
θα αγκαλιαστούμε ξανά
σε πιο όμορφους τόπους.
Πες και στον μπαμπά να μην ανησυχεί
είναι γαλήνια εδώ
έχει πολλά λευκά λουλούδια
και άσπρα πουλιά που πετούν ελεύθερα
σε τοπία καταπράσινα και αμόλυντα.
Τα δάκρυα έχουν ξεπλύνει τις πληγές μας
οι μνήμες πια δε μας πονούν
και οι ψυχές μας είναι καθάριες
σαν ολόχρυσα φτερά.
Σε περιμένω μαμά
όλους σας περιμένω
όλοι σας περιμένουμε
θα ανταμώσουμε πάλι όταν έρθει η ώρα
εδώ στον ουρανό των αγγέλων
μακριά από το ψέμα του κόσμου
μακριά από το σκοτάδι του ανθρώπου.  

 

Εις μνήμην

Τέμπη 28-2-2023     

 

Ονειρεύτηκα 

 

Ονειρεύτηκα

μια χρυσαφένια χαραυγή
μ’ ένα γλυκό πορτοκαλί στα μάγουλά της
και το χαμόγελο της να ροδίζει
στα χείλη της καινούριας μέρας.  
Ονειρεύτηκα
ελπίδες νεογέννητες να μπουσουλάνε
στη μαγική αυλή* της ουτοπίας,
σε κόσμους μακρινούς κι αδημιούργητους
να παίζουν τα παιδιά αδερφωμένα
να μας διδάσκουν της αγάπης το παιχνίδι.  
Μονιασμένοι οι θεοί, δεν αιματοκυλούν τον κόσμο
τα σύνορα ανάμνηση πρωτόγονης εποχής
η ειρήνη με το άσπρο της το φόρεμα
να χορεύει πάνω σε σβησμένα μίση
και οι άνθρωποι αγνοί σαν μίσχος λουλουδιού
σαν ζωογόνο νερό στην απαρχή της λειψυδρίας.  
Ονειρεύτηκα
λευκές ψυχές να φτερουγίζουν στο γαλάζιο
άδολα μάτια να κοιτούν τον ήλιο μιας απέραντης γαλήνης
και τα φεγγάρια να γελούν
σε νύχτες με αστέρια φορτωμένες. 
Ονειρεύτηκα
ότι δεν ξύπνησα ποτέ
στον εφιάλτη της πραγματικότητας
μέσα στη θλίψη της αδίστακτης αλήθειας
στης συνειδητοποίησης το ανελέητο ξημέρωμα.  

 

      *μαγική αυλή: αναφορά στο ομώνυμο τραγούδι των 2002GR      

 

Μόνο μια απαλή αύρα 

 

Το σώμα είναι η βάρκα της ψυχής

στης ζωής μας το ταξίδι. 

 

 

Ο θάνατος είναι το μέτρο

είναι το όριο
μέχρι εκεί μπορούμε να φτάσουμε
εκεί τελειώνουν όλα. 
Κι έπειτα μόνο μια απαλή αύρα
επιστρέφει κάποιες φορές
στις μνήμες των ζωντανών
στις γήινες ανασφάλειες
στο θνητό φως.  
Μόνο μια απαλή αύρα
φεγγίζει αχνά
χαϊδεύει τις πληγές των αγαπημένων προσώπων
εμφανίζεται σαν σκιά στα όνειρά τους
απαλύνει τον πόνο
αγκαλιάζει γλυκά την απώλεια. 
Μόνο μια απαλή αύρα
συνεχίζει το αέναο ταξίδι της
στα ανοιχτά του σκοταδιού
στο αδίστακτο πέρασμα του Χρόνου
και οι στιγμές της γίνονται αναλαμπές
στην απεραντοσύνη του απείρου.       
 

Απουσία

 

Φωνή που σπάει σε κοφτερά κομμάτια μοναξιάς

σκέψεις - φαντάσματα στοιχειώνουν τους αδειανούς τοίχους
τα δάκρυα απολυμαίνουν τις πληγές
οι σιωπές νυστέρια στο τραύμα της καρδιάς
χαρακώνουν τη μνήμη που αιμορραγεί
αδίστακτα συμπεράσματα. 

Τριγυρνώ στα δωμάτια της ερημιάς

στο μπαλκόνι μου ούτε ένα πράσινο φύλλο
το κρεββάτι δίχως τη ζεστασιά του κορμιού σου
παγώνει όπως το δέρμα μου
και νοσταλγεί της σκιάς σου τα χάδια.  

Οι αναμνήσεις κρυμμένες σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί

οι θολοί καπνοί ναρκώνουν τον πόνο
η αποκαμωμένη θλίψη αγγίζει τα βλέφαρα
κι αποκοιμιέμαι
στα σεντόνια της λήθης.    

 

Σε θέλω

 

Σε θέλω

σαν το νερό στην απόγνωση της δίψας
σαν ένα όνειρο στην επίμονη αϋπνία
σαν ένα χάδι στο λυγμό της αφής.   
Έναστρες σκέψεις στο φιλί σου να ξυπνάνε
όλοι οι φόβοι στων ματιών σου το γκρεμό,
κοίτα τις μέρες σαν τα σύννεφα περνάνε
και οι στιγμούλες μας δεν έχουν γυρισμό.   

Σε θέλω

σαν προσευχή στη δικαίωση της ήττας
σαν μια παραίσθηση στην ανέλπιδη αγωνία 
σαν τελευταίο στεναγμό της πνοής. 
Είν’ οι πληγές μας πεφταστέρια που πετάνε
μέσα σε έναν ασημένιο ουρανό,
είναι τα δάκρυα νιφάδες που κυλάνε
μέσα στου Χρόνου τον ατέλειωτο χορό.    

 

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

μαύρα κοράκια ξεχύνονται από γκρίζα νεφελώματα
κόκκινη βροχή σταλάζει από τα μάτια του ήλιου
αγριεμένες θάλασσες χτυπούν τους ακίνητους βράχους.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
φεύγουν τα πουλιά για άλλους ορίζοντες
τα παιδιά ξαναγεννιούνται σε καλύτερους κόσμους
καινούρια μάτια κοιτούν το ηλιοβασίλεμα
νέα αστέρια φωτίζουν τις νύχτες.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
ανείπωτες προσευχές θα σώσουν τις ψυχές μας
ανεκπλήρωτες ουτοπίες θα γαληνέψουν τους φόβους μας
απραγματοποίητες πράξεις θα αλλάξουν
τις μελλούμενες τροχιές.      

 

                                                       Δεκέμβρης 

 

Με ένα κρύο φιλί αποχαιρετάς το φθινόπωρο

του χειμώνα την πόρτα ανοίγεις,
τα βουνά σκεπάζεις με χιόνι
ζωογόνο νερό να ποτίσει το χώμα.  
Ανθίζουν πράσινοι πορτοκαλεώνες
πολύχρωμες ανεμώνες σαγηνεύουν τα πουλιά
και τα ποτάμια ξεχύνονται ασυγκράτητα
προς τη θάλασσα.  
Τα πλάσματα συμπορεύονται με το ψύχος
θωπεύουν της Φύσης το εναλλασσόμενο πρόσωπο.  

Ένα βιβλίο περιμένει δίπλα στο τζάκι, 

το μολύβι δίπλα στο τετράδιο
περιμένει ένα ζεστό χέρι
να γαληνέψει το μυαλό
να γλιστρήσει απαλά απ’ τις γρίλιες
να γαντζωθεί στα παγωμένα σύννεφα
και να ταξιδέψει
σε λευκά, κρυστάλλινα όνειρα
στην αγκαλιά του χειμώνα.      
 

Αναλαμπή

 

Μία μέρα ένα ποτάμι

μου ‘πε ο πόνος σου θα γιάνει
αν κυλήσεις μέσ’ στο Χρόνο
όπως το νερό. 
Ένα σύννεφο από πέρα
μου ‘πε νιώσε τον αέρα
και θα βρεις μέσ’ στην καρδιά σου
πέταγμα κρυφό.

Στα ψηλά ένα γεράκι

μου ‘πε αν είσαι σπουργιτάκι
όσα φτάνουν τα φτερά σου
είν’ ο κόσμος σου,
πέτα όσο η δύναμή σου
όσο πάει η αντοχή σου
ό,τι ζήσεις είν’ δικό σου
είν’ ο δρόμος σου. 

Ένα κύμα που τελειώνει

ένας ήλιος που παγώνει
η ζωή μία στιγμούλα
μια μικρή πνοή.
Όσα έρθουν κι όσα φεύγουν
την αλήθεια τους γυρεύουν
και στο τέλος μένει μόνο
μια αναλαμπή.       

 

ΟΤΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ 

 

Όταν τραγουδάνε τα πουλιά

τα δέντρα σύγκορμα αναριγούν
και τα λουλούδια χρωματίζουν τις αυγές.
Νότες χαρούμενες πετάνε στον αέρα
αιώνιες μουσικές συνομιλούν με τις αχτίδες
φεγγοβολά η αρμονία
μέσα στη δίνη ανισόρροπων καιρών.  
Όταν τραγουδάνε τα πουλιά
σημαίνει πως σε άγγιξε μια νέα χαραυγή
μια νέα μέρα φανερώνεται μπροστά σου
νέοι ορίζοντες φωτίζουν την ψυχή σου.   
 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 

 

Δημιουργία και καταστροφή

στην ίδια ψυχή
στο ίδιο σώμα.  
Γλυκές αχτίδες πολύχρωμου πρωινού
ζεσταίνουν τα φύλλα της Σκέψης
που ανθίζουν σαν πέταλα κόκκινου ρόδου
και η πολλά υποσχόμενη μέρα
απλώνει τις αμέτρητες δυνατότητες
βλαστάρια απάτητου δάσους
να ριζώσουν και να γίνουν δέντρα αγέρωχα
στους κήπους της ύπαρξής μας.
Κι όμως ταυτόχρονα
πυκνό σκοτάδι σκεπάζει τα μάτια μας
η κρίση μας τυφλή και ανάπηρη
σέρνεται στης μωρίας τα μονοπάτια.
Με κόπο χτίζουμε θαυμαστά επιτεύγματα
και τα γκρεμίζουμε σε μια στιγμή
και πάλι απ’ την αρχή
σε απαράλλαχτους κύκλους
που ποτέ δεν τελειώνουν.  
Στο σύμπαν του μυαλού μας
μαύρες τρύπες μάς καταπίνουν
το οξυγόνο χάνεται σε αδιάφορες ανάσες
τα αστέρια ξοδεύουν τη λάμψη τους
σε ανούσιες πτώσεις.   
Σε μια μοιραία συνύπαρξη
φως και έρεβος
το όλα και το τίποτα
το πάντα και το ποτέ
η κόλαση και ο παράδεισος
η δημιουργία και η καταστροφή.   
 

Όταν κοιμούνται οι θεοί

 

Όταν κοιμούνται οι θεοί

ο άνθρωπος σκοτώνει
κι η ματωμένη του βροχή
πνίγει την άδολη ψυχή
και τη μεταμορφώνει
γίνεται τέρας κι απειλή
πεθαίνει άδεια η ζωή
κι ανούσια τελειώνει
κι ανούσια τελειώνει.   

Όταν κοιμούνται οι θεοί

ο άνθρωπος θεριεύει
γίνεται λάβα και σεισμός
γίνεται μαύρος ουρανός
σαν ζώο αγριεύει
η προσευχή κι ο λυτρωμός
είν’ ένας άλυτος χρησμός
κανέναν δεν πιστεύει
κανέναν δεν πιστεύει.     
 

Πάντα είναι ώρα για ποίηση

 

Πάντα είναι ώρα για ποίηση

πάντα είναι ώρα για λίγη ομορφιά
για ένα λουλούδι που λικνίζεται
στου ανέμου τα χάδια
για ένα χρώμα που γεννιέται
στα σπλάχνα δυσεύρετου κοραλλιού.  
Πάντα είναι ώρα για ποίηση
για ένα συγκαταβατικό χαμόγελο
για μια υποστηρικτική αγκαλιά
για ένα συμπονετικό βλέμμα.  
Μέσα στα σκοτάδια της ανθρώπινης έπαρσης
στου διχασμού τις αποπνικτικές παρωπίδες
στης απληστίας τη μεθυστική ζάλη
στα πονηρά διδάγματα πληγωμένων αιώνων
ανάμεσα στους αγκαθωτούς θάμνους του μίσους,
πάντα είναι ώρα για ποίηση
πάντα είναι ώρα
για τα ζωογόνα όνειρα της ελπίδας.      
                          Ανώνυμο
 

Δεν προσπαθώ να σε αλλάξω

προσαρμόζομαι σε αυτά που μου δίνεις
και χέρι-χέρι προχωράμε
σε μονοπάτια δύσβατα
σε ανείδωτες θάλασσες.
Τα μυστικά που κρύβεις
δεν ξέρω αν θα τα βρω ποτέ
μα θα σκάβω, εργάτης ακούραστος
και τις πέτρες θα σπάω της Γνώσης
κι όταν το βράδυ με τα χέρια ματωμένα
θα ξαποσταίνω γερμένος στα μάτια σου
θα ακουμπάς τις αλήθειες σου
αμυδρή πληρωμή
για τους κόπους της μέρας.  
 

Ανώνυμο ΙΙ

 

Η ζωή είναι μισή

ατελής
μα όσο μικρή κι αν είναι
αξίζει να τη ζήσουμε
με όλες μας τις αισθήσεις
με κάθε βασανισμένο κύτταρο.
Τυχαία ύπαρξη μοναδική
μέσα της το όλα και το τίποτα
το πάντα και το ποτέ
το μηδέν κι η απεραντοσύνη
θεοί και διάβολοι στην ίδια ψυχή.  
Ανίδεη ανάσα κοσμική
σε φοβισμένο αίμα και θνητό
που κυλά ανεξέλεγκτα
στους καταρράκτες του Χρόνου.
Ανεπίστρεπτες ροές εκβάλουν
σε απρόβλεπτα συμπεράσματα,
οι παλιοί ορίζοντες αφανίζονται
στους πυρήνες έφηβων Ήλιων,
νεογέννητο κλάμα καινούριου σύμπαντος
αντηχεί στου Απείρου τα σπλάχνα.     
Oscar Wilde - Το ρόδον και η αηδών
Μουσικό παραμύθι για ορχήστρα, αφηγητή και δύο τραγουδιστές σε τέσσερα μέρη.

*Κάποιος νεαρός φοιτητής Φιλοσοφίας προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο για την αγαπημένη του. Το αηδόνι αποφασίζει να το βάψει κόκκινο με το αίμα της καρδιάς του...

Μετάφραση: Περικλής Γιαννόπουλος
Μουσική: Τηλέμαχος Βούλγαρης
Στίχοι τραγουδιών: Κ. Ι. Γλαρός / Τ. Βούλγαρης
Αφήγηση: Κωνσταντίνα Σκιαδά
Τραγούδι: Αντωνία Παπαϊωάννου
Γιώργος Καραμπάτσος
΄Επαιξαν οι μουσικοί:
Βιολιά: Μιχάλης Κουντούρης
Βιολοντσέλα: Διονύσης Κοτταρίδης
Πιάνο: Αμαλία Σαγώνα
Φλάουτο: Γιώτα Παδοβά
Κλαρινέτο: Σταύρος Βόλαρης
Τρομπέτα: Βασίλης Τσέλιος
Ευφώνιο: Παναγιώτης Μπάκας
Κοντραμπάσο: Χρήστος Μουχτούρης
Κρουστά: Μαρία Μήτρου
( Δημοσίευση 6-8-2024 )
 

        Απολογισμός

 

Κι αν πέρασαν τα χρόνια σαν αέρας

σαν φύλλα αν σκορπίσαν οι στιγμές
κι αν φτάσαμε στο φως μουντής εσπέρας
αθροίζοντας τις λύπες, τις χαρές.   

Κι αν ζήσαμε σαν άστεγοι παρίες

αν μείναμε τυφλοί στο διηνεκές
αν νιώσαμε θνητές υπεροψίες
και έπαρση που θάφτηκε στο χτες.  

Κι αν ντύσαμε με φρίκη τους αιώνες

αν μπλέξαμε μεγάλα και μικρά
αν φτιάξαμε νεκρούς ερειπιώνες
και λιώνουμε στου βούρκου τα νερά.  

Το άλυτο του κόσμου το κουβάρι

στου Χρόνου τις χαράδρες θα κυλά
της νύχτας μας το κόκκινο φεγγάρι
στους πρόποδες του Χάους θα γυρνά.      
 

Ζήσε

 

Ζήσε

σαν απαλή αύρα στην αγκαλιά του ορίζοντα
ταπεινά και ανήσυχα
νιώσε την κάθε ανάσα,
κάθε στιγμή είναι μια ευκαιρία
να γίνεις ό,τι θες
να φτάσεις όπου θες
μέχρι τα πέρατα της δύναμής σου.  
Ζήσε
σαν ζωογόνο σύννεφο
που τα δάκρυά του προσφέρει στο χώμα
να ανθίσουν νέα χρώματα
την ημέρα δειλά να φωτίσουν.  
Ζήσε
σαν να είναι το τέλος στο επόμενο βήμα
σαν γεμάτο φεγγάρι στα χείλη της θάλασσας
σαν τελευταίο πεφταστέρι στην άκρη του Χάους.       

    ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΣΗ       Τόσα χρόνια Ποίηση… έχω διαβάσει… έχω γράψει… Κι όμως υπάρχουν λέξεις που δε γνώρισα ακόμη δεν ...