Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

μαύρα κοράκια ξεχύνονται από γκρίζα νεφελώματα
κόκκινη βροχή σταλάζει από τα μάτια του ήλιου
αγριεμένες θάλασσες χτυπούν τους ακίνητους βράχους.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
φεύγουν τα πουλιά για άλλους ορίζοντες
τα παιδιά ξαναγεννιούνται σε καλύτερους κόσμους
καινούρια μάτια κοιτούν το ηλιοβασίλεμα
νέα αστέρια φωτίζουν τις νύχτες.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
ανείπωτες προσευχές θα σώσουν τις ψυχές μας
ανεκπλήρωτες ουτοπίες θα γαληνέψουν τους φόβους μας
απραγματοποίητες πράξεις θα αλλάξουν
τις μελλούμενες τροχιές.      

 

                                                       Δεκέμβρης 

 

Με ένα κρύο φιλί αποχαιρετάς το φθινόπωρο

του χειμώνα την πόρτα ανοίγεις,
τα βουνά σκεπάζεις με χιόνι
ζωογόνο νερό να ποτίσει το χώμα.  
Ανθίζουν πράσινοι πορτοκαλεώνες
πολύχρωμες ανεμώνες σαγηνεύουν τα πουλιά
και τα ποτάμια ξεχύνονται ασυγκράτητα
προς τη θάλασσα.  
Τα πλάσματα συμπορεύονται με το ψύχος
θωπεύουν της Φύσης το εναλλασσόμενο πρόσωπο.  

Ένα βιβλίο περιμένει δίπλα στο τζάκι, 

το μολύβι δίπλα στο τετράδιο
περιμένει ένα ζεστό χέρι
να γαληνέψει το μυαλό
να γλιστρήσει απαλά απ’ τις γρίλιες
να γαντζωθεί στα παγωμένα σύννεφα
και να ταξιδέψει
σε λευκά, κρυστάλλινα όνειρα
στην αγκαλιά του χειμώνα.      
 

Αναλαμπή

 

Μία μέρα ένα ποτάμι

μου ‘πε ο πόνος σου θα γιάνει
αν κυλήσεις μέσ’ στο Χρόνο
όπως το νερό. 
Ένα σύννεφο από πέρα
μου ‘πε νιώσε τον αέρα
και θα βρεις μέσ’ στην καρδιά σου
πέταγμα κρυφό.

Στα ψηλά ένα γεράκι

μου ‘πε αν είσαι σπουργιτάκι
όσα φτάνουν τα φτερά σου
είν’ ο κόσμος σου,
πέτα όσο η δύναμή σου
όσο πάει η αντοχή σου
ό,τι ζήσεις είν’ δικό σου
είν’ ο δρόμος σου. 

Ένα κύμα που τελειώνει

ένας ήλιος που παγώνει
η ζωή μία στιγμούλα
μια μικρή πνοή.
Όσα έρθουν κι όσα φεύγουν
την αλήθεια τους γυρεύουν
και στο τέλος μένει μόνο
μια αναλαμπή.       

 

ΟΤΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ 

 

Όταν τραγουδάνε τα πουλιά

τα δέντρα σύγκορμα αναριγούν
και τα λουλούδια χρωματίζουν τις αυγές.
Νότες χαρούμενες πετάνε στον αέρα
αιώνιες μουσικές συνομιλούν με τις αχτίδες
φεγγοβολά η αρμονία
μέσα στη δίνη ανισόρροπων καιρών.  
Όταν τραγουδάνε τα πουλιά
σημαίνει πως σε άγγιξε μια νέα χαραυγή
μια νέα μέρα φανερώνεται μπροστά σου
νέοι ορίζοντες φωτίζουν την ψυχή σου.   
 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 

 

Δημιουργία και καταστροφή

στην ίδια ψυχή
στο ίδιο σώμα.  
Γλυκές αχτίδες πολύχρωμου πρωινού
ζεσταίνουν τα φύλλα της Σκέψης
που ανθίζουν σαν πέταλα κόκκινου ρόδου
και η πολλά υποσχόμενη μέρα
απλώνει τις αμέτρητες δυνατότητες
βλαστάρια απάτητου δάσους
να ριζώσουν και να γίνουν δέντρα αγέρωχα
στους κήπους της ύπαρξής μας.
Κι όμως ταυτόχρονα
πυκνό σκοτάδι σκεπάζει τα μάτια μας
η κρίση μας τυφλή και ανάπηρη
σέρνεται στης μωρίας τα μονοπάτια.
Με κόπο χτίζουμε θαυμαστά επιτεύγματα
και τα γκρεμίζουμε σε μια στιγμή
και πάλι απ’ την αρχή
σε απαράλλαχτους κύκλους
που ποτέ δεν τελειώνουν.  
Στο σύμπαν του μυαλού μας
μαύρες τρύπες μάς καταπίνουν
το οξυγόνο χάνεται σε αδιάφορες ανάσες
τα αστέρια ξοδεύουν τη λάμψη τους
σε ανούσιες πτώσεις.   
Σε μια μοιραία συνύπαρξη
φως και έρεβος
το όλα και το τίποτα
το πάντα και το ποτέ
η κόλαση και ο παράδεισος
η δημιουργία και η καταστροφή.   
 

Όταν κοιμούνται οι θεοί

 

Όταν κοιμούνται οι θεοί

ο άνθρωπος σκοτώνει
κι η ματωμένη του βροχή
πνίγει την άδολη ψυχή
και τη μεταμορφώνει
γίνεται τέρας κι απειλή
πεθαίνει άδεια η ζωή
κι ανούσια τελειώνει
κι ανούσια τελειώνει.   

Όταν κοιμούνται οι θεοί

ο άνθρωπος θεριεύει
γίνεται λάβα και σεισμός
γίνεται μαύρος ουρανός
σαν ζώο αγριεύει
η προσευχή κι ο λυτρωμός
είν’ ένας άλυτος χρησμός
κανέναν δεν πιστεύει
κανέναν δεν πιστεύει.     
 

Πάντα είναι ώρα για ποίηση

 

Πάντα είναι ώρα για ποίηση

πάντα είναι ώρα για λίγη ομορφιά
για ένα λουλούδι που λικνίζεται
στου ανέμου τα χάδια
για ένα χρώμα που γεννιέται
στα σπλάχνα δυσεύρετου κοραλλιού.  
Πάντα είναι ώρα για ποίηση
για ένα συγκαταβατικό χαμόγελο
για μια υποστηρικτική αγκαλιά
για ένα συμπονετικό βλέμμα.  
Μέσα στα σκοτάδια της ανθρώπινης έπαρσης
στου διχασμού τις αποπνικτικές παρωπίδες
στης απληστίας τη μεθυστική ζάλη
στα πονηρά διδάγματα πληγωμένων αιώνων
ανάμεσα στους αγκαθωτούς θάμνους του μίσους,
πάντα είναι ώρα για ποίηση
πάντα είναι ώρα
για τα ζωογόνα όνειρα της ελπίδας.      
                          Ανώνυμο
 

Δεν προσπαθώ να σε αλλάξω

προσαρμόζομαι σε αυτά που μου δίνεις
και χέρι-χέρι προχωράμε
σε μονοπάτια δύσβατα
σε ανείδωτες θάλασσες.
Τα μυστικά που κρύβεις
δεν ξέρω αν θα τα βρω ποτέ
μα θα σκάβω, εργάτης ακούραστος
και τις πέτρες θα σπάω της Γνώσης
κι όταν το βράδυ με τα χέρια ματωμένα
θα ξαποσταίνω γερμένος στα μάτια σου
θα ακουμπάς τις αλήθειες σου
αμυδρή πληρωμή
για τους κόπους της μέρας.  
 

Ανώνυμο ΙΙ

 

Η ζωή είναι μισή

ατελής
μα όσο μικρή κι αν είναι
αξίζει να τη ζήσουμε
με όλες μας τις αισθήσεις
με κάθε βασανισμένο κύτταρο.
Τυχαία ύπαρξη μοναδική
μέσα της το όλα και το τίποτα
το πάντα και το ποτέ
το μηδέν κι η απεραντοσύνη
θεοί και διάβολοι στην ίδια ψυχή.  
Ανίδεη ανάσα κοσμική
σε φοβισμένο αίμα και θνητό
που κυλά ανεξέλεγκτα
στους καταρράκτες του Χρόνου.
Ανεπίστρεπτες ροές εκβάλουν
σε απρόβλεπτα συμπεράσματα,
οι παλιοί ορίζοντες αφανίζονται
στους πυρήνες έφηβων Ήλιων,
νεογέννητο κλάμα καινούριου σύμπαντος
αντηχεί στου Απείρου τα σπλάχνα.     
Oscar Wilde - Το ρόδον και η αηδών
Μουσικό παραμύθι για ορχήστρα, αφηγητή και δύο τραγουδιστές σε τέσσερα μέρη.

*Κάποιος νεαρός φοιτητής Φιλοσοφίας προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο για την αγαπημένη του. Το αηδόνι αποφασίζει να το βάψει κόκκινο με το αίμα της καρδιάς του...

Μετάφραση: Περικλής Γιαννόπουλος
Μουσική: Τηλέμαχος Βούλγαρης
Στίχοι τραγουδιών: Κ. Ι. Γλαρός / Τ. Βούλγαρης
Αφήγηση: Κωνσταντίνα Σκιαδά
Τραγούδι: Αντωνία Παπαϊωάννου
Γιώργος Καραμπάτσος
΄Επαιξαν οι μουσικοί:
Βιολιά: Μιχάλης Κουντούρης
Βιολοντσέλα: Διονύσης Κοτταρίδης
Πιάνο: Αμαλία Σαγώνα
Φλάουτο: Γιώτα Παδοβά
Κλαρινέτο: Σταύρος Βόλαρης
Τρομπέτα: Βασίλης Τσέλιος
Ευφώνιο: Παναγιώτης Μπάκας
Κοντραμπάσο: Χρήστος Μουχτούρης
Κρουστά: Μαρία Μήτρου
( Δημοσίευση 6-8-2024 )
 

        Απολογισμός

 

Κι αν πέρασαν τα χρόνια σαν αέρας

σαν φύλλα αν σκορπίσαν οι στιγμές
κι αν φτάσαμε στο φως μουντής εσπέρας
αθροίζοντας τις λύπες, τις χαρές.   

Κι αν ζήσαμε σαν άστεγοι παρίες

αν μείναμε τυφλοί στο διηνεκές
αν νιώσαμε θνητές υπεροψίες
και έπαρση που θάφτηκε στο χτες.  

Κι αν ντύσαμε με φρίκη τους αιώνες

αν μπλέξαμε μεγάλα και μικρά
αν φτιάξαμε νεκρούς ερειπιώνες
και λιώνουμε στου βούρκου τα νερά.  

Το άλυτο του κόσμου το κουβάρι

στου Χρόνου τις χαράδρες θα κυλά
της νύχτας μας το κόκκινο φεγγάρι
στους πρόποδες του Χάους θα γυρνά.      
 

Ζήσε

 

Ζήσε

σαν απαλή αύρα στην αγκαλιά του ορίζοντα
ταπεινά και ανήσυχα
νιώσε την κάθε ανάσα,
κάθε στιγμή είναι μια ευκαιρία
να γίνεις ό,τι θες
να φτάσεις όπου θες
μέχρι τα πέρατα της δύναμής σου.  
Ζήσε
σαν ζωογόνο σύννεφο
που τα δάκρυά του προσφέρει στο χώμα
να ανθίσουν νέα χρώματα
την ημέρα δειλά να φωτίσουν.  
Ζήσε
σαν να είναι το τέλος στο επόμενο βήμα
σαν γεμάτο φεγγάρι στα χείλη της θάλασσας
σαν τελευταίο πεφταστέρι στην άκρη του Χάους.       
 

Είναι για πάντα η στιγμή  


Του κόσμου τα αιώνια

του Χρόνου τα εγκόσμια
το όλα και το τίποτα
τα λόγια και τ’ ανείπωτα.    

Είναι στο πριν και στο μετά

είναι παντού και πουθενά

είναι ποτέ και εσαεί

είναι για πάντα η στιγμή.   

Τα γέλια και τα κλάματα

της μέρας μας τα θαύματα
η θλίψη και τα όνειρα
ψυχής ελπιδοδρόμια. 

Είναι στο τώρα, στο μετά

είναι παντού και πουθενά

είναι ποτέ και εσαεί

είναι για πάντα η στιγμή.   

Η πίστη και ο φόβος μας

η πίκρα και ο πόνος μας
του Χρόνου τα εγκόσμια
του κόσμου τα αιώνια. 

Στο πριν, στο τώρα, στο μετά

είναι παντού και πουθενά

είναι ποτέ και εσαεί

είναι για πάντα η στιγμή.       

 

        ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΨΑΧΝΩ

 

Τη φωνή μου ψάχνω

μέσα σε ακατανόητες κραυγές
σε ακαθόριστους αντίλαλους
σε μακρινούς αλαλαγμούς.
Συλλαβές φοβισμένες ψελλίζω δειλά
λέξεις ανείπωτες απ’ της ψυχής τα σκοτάδια
που περιμένουν το φως της ακρόασης.  
Τραγούδια να γίνουν του ανθρώπινου πόνου
να θυμίζουν στο Χρόνο τις θνητές μας στιγμές
να αγκαλιάζουν τους τρόμους
να απαλύνουν τη θλίψη
στο απέραντο αύριο
που σε λίγο θα έρθει.       
 

Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ

 

Η μοίρα μου

είναι να ταξιδεύω
στη θάλασσα των λέξεων
στα ναυάγια των ποιημάτων,
στης μουσικής τον απέραντο ορίζοντα
να πετώ σαν τρομαγμένο πουλί
και τα διστακτικά φτερά μου 
ν’ ακολουθούν του ανέμου το φύσημα.  
Να προσφέρω την ψυχή μου
θυσία μάταιη σε απραγματοποίητες προσευχές
σε τραγούδια που ποτέ δεν ακούστηκαν
σε οράματα που τσακίστηκαν
στα αδυσώπητα φαράγγια του κόσμου.  
Η μοίρα μου
φυσική ροή ανεξέλεγκτη
σαν το νερό που κυλά
στο ανεπίστρεπτο ποτάμι του Χρόνου.      
 

Το φως διστακτικό

 

Το φως διστακτικό

εγκλωβίστηκε στα πυκνά σύννεφα
παραδίνονται ανούσιες οι αχτίδες
στα ανόητα σκοτάδια της μωρίας.
Τα μάτια της ελπίδας στάζουν ματωμένα όνειρα, 
τσακισμένα τα φτερά της αγάπης
στις ξέρες του μίσους
στα γιγάντια βουνά της διχόνοιας
στην απύθμενη άβυσσο της έπαρσης.  
Τα πουλιά ανισορροπούν σε γκρεμούς ανεπίστρεπτους
τα λουλούδια λεπρά σε άρρωστα χώματα
το νερό μολυσμένο από οξειδωμένες βροχές
οι αιώνες πεθαμένοι στο νεκροταφείο της Ιστορίας.  

Για κάποιους δεν ξημερώνει ποτέ

ποτέ ο ήλιος δε χρωματίζει το βλέμμα τους
ποτέ η γαλήνη δεν αγγίζει την ψυχή τους, 
για κάποιους η χαρά δεν ήρθε ποτέ
ποτέ δε ζέστανε την ψυχή τους,
για κάποιους το γέλιο χάθηκε παντοτινά…  
και είναι ακόμη παιδιά. 
   
Το φως διστακτικό
στους ορίζοντες του αχάριστου κόσμου
αναζητά έναν αγνό και αθώο ουρανό
στην ανατολή μιας ουτοπίας.      
 

Είμαι

 

Είμαι λουλούδι του αγρού

πίνω βροχή του ουρανού.
Είμαι πουλί στα σκοτεινά
φύλλο αφημένο στο βοριά.  

 

Ένα κι ένα κι άλλο ένα

κύματα φουρτουνιασμένα. 

 

Είμαι αστέρι που κυλά

μέσα στου Χάους τη σκιά.
Είμαι ανάσα στη σιωπή
είμαι το αίμα στην πληγή. 

 

Μία-μία κι άλλη μία

φεύγουν οι στιγμές σαν πλοία. 

 

Είμαι η πίστη στην ψυχή

κάνω το τέλος μια αρχή.
Είμαι φωνή στην ερημιά
είμαι ο πόνος κι η χαρά.  

 

Είμαι μέρα μα και νύχτα

είμαι ψέμα και αλήθεια.       

 

Βροχή ανέμελη

Στην Αγγελική 

 

Βροχή ανέμελη σκάβει το χώμα

γλείφει τους τοίχους, τις ταράτσες, τα κεραμίδια
την ταλαιπωρημένη άσφαλτο
το σακατεμένο πεζοδρόμιο,   
τα μαλλιά της κοπέλας που περιμένει στη στάση
το καθυστερημένο λεωφορείο
( πόσα λεωφορεία χάσαμε, πόσους άγνωστους προορισμούς )
τις μοναχικές ράγες που αναπολούν
τα τρένα που έφυγαν
( πόσα τρένα δεν προλάβαμε και δε γύρισαν ποτέ )
τα αγέρωχα φανάρια
που αναβοσβήνουν ακούραστα
( πόσα φανάρια αψηφήσαμε
  πόσους φάρους δε διαβάσαμε )
τα παιδιά που σχολάσανε
και τρέχουν σπίτι γελώντας
( πόσα παιδιά δε γελάσαν ποτέ
  πόσα παιδιά δε γεννήθηκαν ).    

Το λεωφορείο ήρθε επιτέλους!

Η βρεγμένη κοπέλα θα ξεκουραστεί σε λίγο
μια ζεστή πετσέτα θα τη στεγνώσει
κι αποκαμωμένη θα ονειρευτεί. 
Κι αυτή η ανέμελη βροχή
θα συνεχίσει να μας ξεπλένει
να ποτίζει τον κήπο μας
για να ανθίζουν στις ψυχές μας
ιστορίες του νερού
που θα ευωδιάζουν στο άπειρο.  

Πάντα ζωογόνα αυτή η βροχή

πάντα γεννάει νέα χρώματα
νέες δημιουργίες!      
 

Ο χορός των φλαμίνγκο

 

Γλυκό πορτοκαλί ταλαντεύεται

αρμονικές κινήσεις ακριβείας
στον αναγεννησιακό χορό του έρωτα
πάνω σε φρέσκα, δροσερά νερά.  
Νέος κύκλος αρχίζει ξανά
νέες ελπίδες ανατέλλουν
η ζωή ανασυντάσσεται
επαναπροσδιορίζεται και προχωρά. 
Ευκαιρίες και απώλειες
αγωνίες και ανέμελα παιχνίδια
φόβος και ευχαρίστηση
επαγρύπνηση και γαλήνη
συνυπάρχουν στην ίδια αγκαλιά
της σοφής και άγριας Φύσης.         
 

Η βραχνή φυσαρμόνικα του Πάνου

Στον Πάνο Κατσιμίχα 

 

Γλυκό κελάηδισμα φτερούγισε

πάνω από τις αγωνίες της εφηβείας μας
τιτίβισε μελωδίες απόκοσμες
στα απάτητα δάση της καρδιάς μας
ημέρεψε τους άγριους χειμώνες μας
και δρόσισε τα καλοκαίρια μας.  
Σαν διαβατάρικο πουλί
συντροφεύει τους χρόνους μας, 
πετά από τη γη στον ουρανό
και με νότες αγγελικές
ποτίζει τις ψυχές μας
να γεμίσει ο κήπος μας
χρωματιστά τραγούδια
κι ανθισμένες μουσικές.       
 

Τα όνειρα της εγρήγορσης

 

Τα όνειρα της εγρήγορσης

αγέρωχα πουλιά μέσα στην μπόρα
λαβωμένα κύτταρα σε άγνωστες αρτηρίες
σύννεφα ταξιδιάρικα που δακρύζουν
πάνω στις ερήμους του κόσμου
και νέους κόσμους δημιουργούν
γαλήνιους και αρμονικούς
στους πολύχρωμους ορίζοντες της ουτοπίας.
Φοβισμένα βλέφαρα
που κοιτούν κατάματα τους τρόμους
χαϊδεύουν με στοργή τη θλίψη
να ημερέψουν οι πληγές που δεν έκλεισαν
να αγαλλιάσουν οι ψυχές που δεν αναστήθηκαν.
Ιαματικά νερά σε άνυδρες εποχές
να ξεδιψούν τα αγριολούλουδα που δεν άνθισαν
να αγιάζουν οι σπόροι που δεν έζησαν. 
Τα όνειρα της εγρήγορσης
συμπαντικοί παλμοί ακαθόριστοι
στης Αλήθειας τις αιμάτινες φλέβες.       
 

Ο έρωτας κι ο θάνατος

 

Ο έρωτας κι ο θάνατος

τα ίδια μάτια έχουν
κι αν σε κοιτάξουν μια στιγμή
το σώμα σου και την ψυχή
για πάντα τα κατέχουν.  

Ο έρωτας κι ο θάνατος

σαν δυο πληγές που μοιάζουν
κι αν σου αγγίξουν την καρδιά
από την ίδια μαχαιριά
το αίμα σου σταλάζουν.  

Ο έρωτας κι ο θάνατος

εκεί που ξημερώνει
γίνονται πάλι δυο πουλιά
και σαν ανοίξουν τα φτερά
κανένας δε γλυτώνει.       
 

Θα έρθει ένα πρωινό… 

 

Θα έρθει ένα πρωινό

που δε θα ξυπνήσουμε…
Θα βρεθούμε σε μια άγνωστη διάσταση
έναν καινούριο ήλιο θα ανταμώσουμε
και οι παλιές πληγές θα γίνουν νεφελώματα
σ’ έναν απέραντο γαλαξία
όπου οι ψυχές θα συνυπάρχουν μονιασμένες
και οι θεοί θα κείτονται ηττημένοι.   
Σαν αστέρια αχνά
ό,τι έχουμε αφήσει πίσω μας
θα φεγγίζουν σε μελλοντικά σκοτάδια
θα λαμπυρίζουν δειλά σε γήινα μονοπάτια
και θα στέλνουν αλλόκοτα σινιάλα
για να βρίσκουν το δρόμο
αυτού του κόσμου οι οδοιπόροι.        
 

ΛΙΓΗ ΘΛΙΨΗ ΑΚΟΜΑ

 

Λίγη θλίψη ακόμα

ακόμα λίγα ζεστά δάκρυα
πασπαλισμένα με γέλια δειλά,
ακόμα μερικά αβέβαια βήματα
λίγα βλέμματα από τα φοβισμένα μάτια
λίγες ανάσες απ’ το κουρασμένο σώμα.
Λίγοι στίχοι ακόμα
σταγόνες απ’ το αίμα της ψυχής
κομμάτια της εφήμερης σάρκας
τελευταίες σκέψεις φιλοξενούμενης ύπαρξης
λόγια κτερίσματα
που ίσως κάτι από εκείνη να θυμίζουν.  
Κι ύστερα θα απλώσει το σκοτάδι
το απαλό του πέπλο
όλα θα τα σκεπάσει
όλα θα κείτονται ημιτελή
στο βάθος μιας ασάλευτης γαλήνης.      

 

  Εκεί που κλαίει η καρδιά     Εκεί που κλαίει η καρδιά το ρίγος της απλώνει το μαύρο του σεντόνι στα δυο της μάτια τα υγρά η λύπη...