φθαρμένα σώματα




φθαρμένα σώματα
στο λάξευμα του χρόνου
χαμογελούν στο θάνατο
εφήμερα ανασαίνοντας
χαρές και λύπες
γερνούν στο μέτωπό τους
του προσώπου τους το γέλιο αυλακώνουν
ρυτίδες γνώσης
στη φθορά της εμπειρίας
αυτά που κέρδισαν
στης νιότης το ταξίδι 


ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ




Δολοπλοκίες αρρωστημένων σκέψεων
καταστρέφουν το αύριο,
αποτελέσματα απερίσκεπτων επιλογών
το μερίδιο των ευθυνών μας,
θα πλακώσουν σαν βαριά κατάθλιψη
τα παιδιά μας.
Τα χρέη των βρώμικων προσδοκιών μας
τα μεταβιβάζουμε στις επόμενες γενιές,
μια προσφορά ξεδιάντροπη το μεγαλύτερο μας κατόρθωμα. 


Ποιοι σε κατάντησαν έτσι
κυρά Ηθική;
Μια γριά ξεπουλημένη πόρνη
που δε νοιάζεται ούτε για τα παιδιά της;


Κρυσταλλώθηκαν τα ψήγματα ηθικής
στων άπληστων Σειρήνων το τραγούδισμα,
εξανεμίστηκαν της ντροπής τα ίχνη
στης εξουσιομανίας το στροβιλισμό,
ανέλπιδα τα μελλοντικά όνειρα
στης αδίστακτης ματαιοδοξίας μας τον ύπνο. 


η μουσική της φύσης



η μουσική της φύσης
στους αιώνες αφημένη
σε ανθρώπινους αλαλαγμούς ανάμεσα
άσπιλες νότες
στης ελπίδας το στερέωμα




οι ζωγραφιές της ψυχής μας 

                                                   στη Λένα Βάκα





οι ζωγραφιές της ψυχής μας
σταλαγματιές του χρόνου
αιμάτινες σιωπές
επώδυνα ελευθερώματα στιγμιαίας τόλμης
κραυγές υποβόσκουσες ασυνείδητης λάβας
νησιά σμιλευμένα στο γαλάζιο της έμπνευσης
φωτεινές αποχρώσεις
στης Σκέψης τον ορίζοντα 


Πίνακας :   
σε βλέπω    
Λάδι           
100 Χ 100   
Λένα Βάκα  


ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΓΗΣ 
                                
                                  Στην Ιωάννα Αθανασιάδου





Οι άγγελοι της Γης
τραγουδούν τον παλμό των ανθρώπων
στα φτερά τους ολόφωτες λέξεις
πεφταστέρια στις ανταύγειες του Χρόνου.

Περπατούν ταπεινά μονοπάτια
στης ψυχής τους ποιούν τα σκοτάδια
φωτεινά της αγάπης τους κάστρα.

Ουρανού γέλιο το πέρασμά τους
σιωπηλός φάρος σε φάλτσα πορεία
ανεκτίμητο δίδαγμα σε στιγμή μαθητείας
ηδονή γνώσης η πνοή των χειλιών τους

θαλερά του Απρίλη λουλούδια
οι άγγελοι της Γης.  


ΟΙ ΚΡΙΝΟΙ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

                                          Στο Θάνο Ανεστόπουλο




Οι κρίνοι της αβύσσου
λευκαίνουν το σκοτάδι
με το άσπρο τους χαμόγελο,
φωτίζουν το ερέβινο πλαίσιο
ολόλευκες αναλαμπές
ευωδιαστά της Σκέψης σταλάγματα.


Μόλις που διακρίνονται
ορατοί μόνο στις αγνές ψυχές
λικνίζονται στο φύσημα της ανιδιοτέλειας
ερωτοτροπούν με τα μάτια της αλήθειας.


Λέξεις των πληγών λάβδανα
νότες γητευτές των φόβων
χρώματα των εσώψυχων φωνών αγαλλίαση


κάλεσμα πνευματικής εξιλέωσης
οι κρίνοι της αβύσσου. 


ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΛΙΜΑΝΙ 

πάντα δίσταζα να δημοσιοποιήσω τα τραγούδια μου
για να μη θεωρηθώ ποιητής.




ο ουρανός γέμισε καπνούς
από τα φουγάρα των πλοίων
στο μεγάλο λιμάνι
άρχισε η νύχτα
και ο χρόνος κυλά ανελέητος
σαν αστραπή περνά η στιγμή
τι να προλάβεις να δεις
μέσα από το συρματόπλεγμα
που περικυκλώνει τις καρδιές μας
αγκυλώνει το βλέμμα μας
ματωμένη βροχή
σταλάζει στο χώμα
που ποτέ δεν ανθίζει
ο σπόρος της ελπίδας
θέλει αγάπη και υπομονή
χάδι και ενδιαφέρον
το χωράφι της νιότης
για να αδράξεις καρπούς της ωρίμανσης
να δώσεις το καλύτερο που έχεις
χωρίς ιδιοτέλεια
με αγνή πρόθεση
συνέχισε το ταξίδι
αποδεχόμενος το μέγεθός σου
θα φτάσεις γαλήνιος
στο μεγάλο λιμάνι  


ΑΝΤΙΛΑΡΙΣΜΑ






Είμαι σκόνη στο άπειρο
ένας κόκκος άμμου που παλεύει με πελώρια κύματα
ένα μικρό σκοταδάκι μέσα σ’ένα απέραντο φως
μία άγνοια στη μήτρα της αλήθειας.
Δημιουργώ                                                                                                             
θεούς για να ορίσω τα σύνορα της σκέψης μου
προσευχές για τα αδιέξοδα και τους φόβους μου
κατάρες για να ικανοποιήσω το φθόνο μου
σφαγές στο όνομα της ειρήνης
για να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία μου.                                                              
Πορεύομαι
άλλοτε σαν γίγαντας ανίκητος
δαμάζοντας αναπάντητα τέρατα της Γνώσης,
σαν Ήλιος παντοδύναμος
έτοιμος να αφανίσει ό,τι πλησιάσει κοντά του                                                      
και άλλοτε σαν τρομαγμένο ζωάκι
που τρέχει να γλυτώσει από το πεινασμένο λιοντάρι,
σαν δέντρο φυλακισμένο σε μια γλάστρα
σαν ανήμπορο κύτταρο
μπροστά στο μεγαλείο της Φύσης.                                                                        
Δαιμονισμένοι αέρηδες
στροβιλίζονται μέσα μου,
λάβες καυτού αίματος
κοχλάζουν στο κορμί μου,
ανεξήγητες πράξεις                                                                                                
ξεπηδούν σαν φαντάσματα 
από τη σκοτεινάγρα* του ασυνείδητου.
Αυτή η τρικυμία
θα βρει γαλήνη
μόνο στο λιμάνι του Θανάτου.                                                                               
Σαν ένας αστέρας
στην τελευταία του έκρηξη
θα αποχωριστώ το σώμα μου
εκτοξεύοντας στο Σύμπαν
την πιο βαθιά μου ανάσα                                                                                        
κι ένα αχνό αντιλάρισμα.

 

*σκοτεινάγρα, δάνειο από στίχο του Γ. Σεφέρη

 ΚΑΤΑΡΑ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΣΗ


Κατάρα και λύτρωση η Μούσα,
στα δίνει όλα μα δε σ’αφήνει
όποτε θέλεις να τα χαρείς
σε παρασέρνει σε μία δίνη
ύστερα φεύγει και την ποθείς.

Τυχαία, μονάκριβη ζωή μου
η ευτυχία πολλά δε θέλει
μέσα στα λίγα τη συναντάς
ο ήλιος λέει, που ανατέλλει,
ότι στο τέλος φτωχός θα πας.

Χρυσάφι και πλούτη μου η Τέχνη,
που πίσω κάτι θα ‘χει αφήσει
να με θυμούνται οι ζωντανοί
όταν θα γίνω ροή στη Φύση.
Τέχνη μεγάλη και ταπεινή.

                                       2004

από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ (ποιήματα 1997-2017)
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/blog-post_37.html

ΔΕΛΦΙΝΙ ΓΟΡΓΟΠΤΕΡΥΓΟ 


Δελφίνι γοργοπτέρυγο στη ράχη σου επάνω
να ήμουν, να με πήγαινες στο σύμπαν του βυθού
το κύμα το πιο γρήγορο γλιστρώντας να το φτάνω
να παίζω, να πετάγομαι στην πλώρη καϊκιού
δροσάτο να αισθάνομαι το χάδι του νερού. 

Δελφίνι ασημόγελο τη χάρη σου να είχα
να βλέπουν, να με χαίρονται τα πλάσματα της Γης
λιγάκι από τη δύναμη κι ας ήταν μία ψίχα.
Βαδίζεις μέσ’ στη θάλασσα ορθό, σαν αθλητής
εσύ ‘σαι ο καλύτερος της Πλάσης χορευτής. 

Δελφίνι αγγελόφωνο, κρυστάλλινος ο ήχος
που φτάνει το τραγούδι σου ψηλά στον ουρανό
της Φύσης ο πιο όμορφα ορθοπλεγμένος στίχος
στολίδι στην κορόνα σου θα ταίριαζε θαρρώ,
ας ήταν και να κράταγα του Πάνα τον αυλό. 


          από τη συλλογή ΟΥΡΆ ΑΠΟ ΠΑΓΩΝΙ (ποιήματα για παιδιά)
https://ouraapopagoni.blogspot.com/2018/01/blog-post_94.html

ΑΝ ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ  




Αν δείτε την αγάπη μου να ‘ναι ευτυχισμένη
να της επείτε ψέμματα: << την έχω ξεχασμένη>>. 


Μα αν τη δείτε να πονά, ποτέ να μη γελάει
να της επείτε μια καρδιά πάντα την καρτεράει.  



   από τη συλλογή ΜΕ ΤΩΝ ΛΕΞΩΝ ΤΣΙ ΜΑΤΙΣΈΣ ( μαντινάδες )  
https://metonlexontismatises.blogspot.com/2018/01/blog-post_9.html


ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ 





Κλειστά παράθυρα
σε σκιερά δρομάκια
παγωμένα
απ’ του βοριά το πέρασμα
μισανοίγουν για λίγο
να χωθούν δυο αχτίδες
τη μοναξιά των τοίχων
να χαϊδέψουν.
Τα φύλλα τους τρίζουν
στους αέρηδες των καιρών, 
στο πετροβόλημα της ζωής
τα κομμάτια τους χάνουν
οι μουσκεμένες γρίλιες.
Κλειστά παράθυρα
στις αντάρες μαθημένα
στων καταιγίδων το χτύπημα
στους ανείδωτους ήλιους. 
Πόσο λαχταρούν
ανοίγοντας διάπλατα
να αγγίξουν τα χρώματα
εαρινής εσπέρας
αφημένα στον έρωτα
να αισθάνονται πάνω τους
ευτυχίας μηνύματα
φωτισμένης λιακάδας.  


ΤΗΣ ΜΩΡΊΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ 



Αμάσητες μπουκιές υποσχέσεων
μου ευφραίνουν τον ουρανίσκο
κοροϊδίας μπαλόνια πολύχρωμα
στα μυαλά μου φουσκώνουν
φλούδες πατώ και κοιτάω ανάσκελα
της απάτης το γαλαξία. 

                Και χορεύω, πηδάω, γελώ
                της μωρίας μου λάγνο χορό,
                και χορεύω, πηδάω, γελώ
                της μωρίας μου λάγνο χορό!  


Με τιμή και με δόξα σκοτώνω
επετείους πολέμων γιορτάζω
ιερό το δικό μου το αίμα
λύμα βόθρου το αίμα του άλλου
οι κοιλιές όμως των αφεντάδων
ίδιες είναι σε όλο τον κόσμο. 

                Κι αντί να ‘μαι ψηλά αετός
                εσαεί θα βοσκάω αμνός,
                κι αντί να ‘μαι ψηλά αετός
                εσαεί θα βοσκάω αμνός. 


Με προστάζει το χρήμα και τρέχω
ο τυφλός δούλος να γονατίσω
υποκλίνομαι μέχρι τους αστραγάλους
και την πίστη δηλώνω με δέος:
βασιλιά μου εσύ είσαι για μένα
η πατρίδα, θεός και θρησκεία! 

               Αλληλούια κράζω, ωσαννά
               αγγελούδια χρυσά τα λεφτά,
               αλληλούια κράζω, ωσαννά
               αγγελούδια χρυσά τα λεφτά!  


Μα χειρότερη μάγισσα είναι
του μυαλού μου η έπαρση, λέω
που με κάνει ανώτερο εμένα
πιο τρανό κι απ’ το σύμπαν ακόμα
με τη σκούπα της παίζω μπιλιάρδο
και με τέχνη χτυπώ τους πλανήτες!

               Και χορεύω, πηδάω, γελώ
               της μωρίας μου λάγνο χορό,
               και χορεύω, πηδάω, γελώ
               της μωρίας μου λάγνο χορό! 


ΆΛΗ

Ακόμα και η μεγαλύτερη γνώση
            δε γνωρίζει την Αλήθεια
απλώς μικραίνει την αμάθεια





Αλήθεια ασύλληπτη
σ’ αναζητώ
στην απέραντη θάλασσα των λέξεων
στις εκτυφλωτικές αναλαμπές των στοχασμών
στη γνώση
στην αμάθεια
στο σύμπαν της ψυχής μου.

Θα περιπλανηθώ εδώ
στο γαλάζο πλανήτη
σ’ αυτό που αποκαλούμε ζωή
για όσο οξυγόνο μου αναλογεί,
γεννημένος έχοντας μέσα μου
το σαράκι της Ποίησης,
κυλώντας στο αίμα μου
η μελαγχολία αυτής της μοναχικής τέχνης
και θα σ’ αναζητώ
για να έρθω πιο κοντά σου
όχι για να σε βρω
ξέρω ότι ποτέ κανείς δε θα σε βρει
διότι είσαι μακριά
πέρα από το φόβο του Αχέροντα
πέρα από το Φόβο.

Ιθάκη του ποιητή
μπορεί να μη σε βρω ποτέ
θα μου μείνει όμως
το ταξίδι.

Ίσως η μόνη αλήθεια
 να είναι η αξία
της αναζήτησης της αλήθειας.














ΟΣΤΡΑΚΟ  


Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
    τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
 και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει  
( Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ )




Μη σε τρομάζουν οι φουρτούνες
να αντλείς το δίδαγμά τους.
Μετά από κάθε δυσκολία
γίνεσαι πιο δυνατός
όταν την ξεπερνάς,                                                                               
φεύγει ο καιρός
τη θυμάσαι και σου φαίνεται
τόσο ασήμαντη, τόσο μικρή
κι όμως τότε
φάνταζε γιγαντιαία.                                                                              


Η ζωή είναι μια θάλασσα
άλλοτε γαληνεμένη
με τα νερά της να χαϊδεύουν απαλά
το φόβο της ψυχής σου
κι άλλοτε πάλι                                                                                       
οργισμένη σαν κακός δαίμονας
σε καταπίνει με ένα της κύμα
και αναδύονται από το βυθό
οι θεϊκές
άγνωστες δυνάμεις                                                                               
του εαυτού σου.
Στη θάλασσα της ζωής
ρίξε τα όστρακα της σκέψης σου,
όταν θα έχεις πια φύγει
για εκεί που ο χρόνος δε μετράει                                                           
μερικά απ’αυτά
μπορεί να βγουν σε κάποια αμμουδιά
και κάποιος να σε θυμηθεί.
Ζεις αιώνια
όταν σε θυμούνται.                                                                                


Η ζωή είναι ένα ταξίδι
χωρίς να ξέρεις πού θα σε βγάλει
το επόμενο κύμα.
Ταξιδεύεις από λιμάνι σε λιμάνι
άλλο είναι μικρό                                                                                    
άλλο μεγάλο
άλλο ήσυχο και φιλόξενο
άλλο επικίνδυνο και βρώμικο.
Κάθε συνάντηση
έχει και έναν αποχαιρετισμό                                                               
ίσως διότι
ο προορισμός είναι το ταξίδι.


Τίποτε δε θα πάρεις μαζί σου
θα πας γυμνός όπως ήρθες,
γυμνός και μόνος                                                                                 
στο τέλος της αβεβαιότητας.
Τίποτε δε θα σε θυμίζει πια
εκτός, ίσως,
από ένα όστρακο
σε κάποια αμμουδιά                                                                             
της αιωνιότητας.   


                                    2004

από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ( ποιήματα 1997-2017 )
https://stispoiisistinakri.blogspot.com/2018/01/blog-post_68.html

Φωτογραφία ( Φούρνοι Κορσεών ): Γιώργος Ι. Μαρούσης   




Καλαματιανός




Έ μώρε έξι
έξι λεμονάκια
έξι λεμο, λεμονάκια  
στρογγυλά και μυρωδάτα


κύ μώρε κύλη
κύλησαν στο δρόμο
κύλησαν στο δρόμο, δρόμο  
και μ’ αφήσανε να λιώνω.


Να μώρε να ζου
ζουμπήξω, να τα πιάσω
να ζουμπήξω, να τα πιάσω
τους χυμούς να απολαύσω.  



ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΡΩΜΑΤΑ 




Χρώματα κι αρώματα
στιγμούλας εφήμερης
στον απέραντο ορίζοντα
μέσ’ στο χρόνο του Χάους. 


Του νερού το γαλάζιο
η πηγή των πάντων
ξεχωρίζει στο άπειρο
ζωογόνα κουκκίδα
στο παιχνίδι των άστρων.  


Στο σκοτάδι του σύμπαντος
λεμονιά ανθισμένη
στου θανάτου το τρέμουλο
αναγέννησης σπόρος. 

                                                  ΗΡΘΕ ΠΑΛΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ




Ήρθε πάλι ο ποιητής
από της ψυχής μου το σκοτάδι
να με ταράξει με ανησυχίες και φόβους.
Πόσες φορές δε σκέφτηκα να τον διώξω
να βρω την ηρεμία μου                                                                                        
να είμαι κι εγώ φυσιολογικός
να επιπλέω ξαπλωμένος ανάσκελα
στη λίμνη της κοινωνίας
ένα ευτυχισμένο νούφαρο.


          Στο βυθό της θάλασσας                                                                           
του εαυτού μου
τον είχα πετάξει κάποτε
αλλά μετά από καιρό τα νερά φούσκωσαν
αναδύθηκε από τα κύματα σαν την Αφροδίτη
για να σαγηνέψει και πάλι τη σκέψη μου.                                                           
Πέρα από τις βουνοκορφές του μυαλού μου
τον εξόρισα
να χάσει το δρόμο του γυρισμού
μα εκείνος έσκισε τον αέρα πετώντας
σαν πεινασμένο γεράκι                                                                                       
για να κατασπαράξει ξανά τη ζωή μου.
Όμως απόψε
θα τον ξεγελάσω με το καλό
θα τον κάνω να φύγει μόνος του,  
ίσως αυτός είναι ο πιο έξυπνος τρόπος                                                             
να απαλλαγώ για πάντα απ’ αυτόν.


          <<Φτωχέ μου ποιητή
πάντα φτωχός θα ‘σαι.
Βλέπεις από ψηλά
χάνεσαι μακρυά στη Γνώση                                                                              
αναζητάς την ευτυχία στα μεγάλα ιδανικά
και στη μοναξιά της δημιουργίας·
όμως στο τέλος ( το ξέρεις )
θα φύγεις φτωχός
φτωχός και -αλίμονο-                                                                                     
αγράμματος.
Αναρωτιέμαι πώς εσύ
ένας μορφωμένος κι έξυπνος
ακόμη δεν το κατάλαβες;  


           Φτωχέ μου ποιητή                                                                                    
η ευτυχία βρίσκεται γύρω μας
στα πιο απλά πράματα:
να γυρίζεις στο σπίτι κουρασμένος
και να σε περιμένει ένα ζεστό χαμόγελο
μια γλυκιά κουβέντα,                                                                                           
ένα ξαφνικό και αναίτιο φιλί
εκεί που διαβάζεις την εφημερίδα σου,
όταν, λίγο πριν κοιμηθείς, γεμίζεις την αγκαλιά σου
με το κορμί το αγαπημένο.


          Φτωχέ μου ποιητή                                                                                   
άντε τώρα, ξημέρωσε
φύγε και μην ξανάρθεις ποτέ πια.
Και επιτέλους
εγώ θέλω να ζήσω ήρεμος
δίχως Μούσες και Δαίμονες>>.                                                                          


          Όχι, δεν το φανταζόμουνα έτσι
όχι γελώντας
περίμενα να φύγει μελαγχολικός
ή έστω σκεφτικός
όχι γελώντας κοροϊδευτικά,                                                                                
γιατί άραγε;…
Η απορία μου βρήκε τη λύση της όταν ανακάλυψα
πως αυτός ο διάολος
είχε ήδη σκαρώσει άλλη μία ιστορία
για τον άγνωστο αναγνώστη,                                                                            
είχε ήδη γράψει άλλες τρείς καινούριες σελίδες!
Με υστερόγραφο:
                                   καλή αντάμωση 

    ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΣΗ       Τόσα χρόνια Ποίηση… έχω διαβάσει… έχω γράψει… Κι όμως υπάρχουν λέξεις που δε γνώρισα ακόμη δεν ...