ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΑΣ

 

Αποκαΐδια στην ποδιά του Χρόνου

οι μέρες της νιότης μας
σκόρπισαν στο πρώτο τίναγμα.
Διαβατάρικα πουλιά που έχασαν την άνοιξη
απ’ του χειμώνα τις κορφές αγναντεύουν
ηλιόλουστα σκιρτήματα αλλοτινών ερώτων.
Παραδομένες στις ρυτίδες του καιρού
άλλες στεριές και θάλασσες γνωρίζουν
σε άλλα μέρη ταξιδεύουν πια
κι η πρώτη τους πατρίδα γη χαμένη
σε χάρτες βυθισμένους στα κοράλλια
περασμένων ναυαγίων.
Αποκαΐδια στη φωτιά του Χρόνου
οι μέρες της νιότης μας
μιας εποχής τη φλόγα να θυμίζουν.    

 

Οι νεκροί δε φοβούνται την αλήθεια

 

Οι νεκροί δε φοβούνται την αλήθεια

δεν έχουν δάκρυ για να την πλύνουν
δεν έχουν πόνο να τη σκεπάσουν
δεν έχουν μνήμη να την αλλάξουν. 
Γυμνοί κι ανέστιοι περιδιαβαίνουν
στα αξημέρωτα του Χρόνου
πετούν ελεύθερα εξαγνισμένοι
στον ορίζοντα του πάντα.
Τα χτεσινά φεγγάρια λησμονημένα
οι φόβοι νικημένοι καίγονται στο στερέωμα
το αίμα στέγνωσε στο άυλο παρόν
εξατμίστηκε η προσμονή στο μονότονο άπειρο
κι ο χτύπος της καρδιάς ανώφελος ήχος
στα βάθη του παρελθόντος.
Χάος αδίστακτο το φως λυτρώνει
τα αναπάντητα μορφή δεν έχουν,
ζωή και θάνατος συνυπάρχουν σε μια προσευχή
ανάμεσα στα μάτια αντικρουόμενων Ήλιων.     

  Εκεί που κλαίει η καρδιά     Εκεί που κλαίει η καρδιά το ρίγος της απλώνει το μαύρο του σεντόνι στα δυο της μάτια τα υγρά η λύπη...