Στην Τάφρο των Μαριανών

 

Στην Τάφρο των Μαριανών

στην άβυσσο του Τσάλεντζερ
βρίσκεται η ψυχή μου. 
Ζώντας στο μαύρο της σκοτάδι
ονειρεύεται το φως
σαν θολή φαντασίωση
στα πέρατα της ουτοπίας.  
Με ένα ανήκουστο τραγούδισμα
στου ερέβους τα έγκατα
της ζωής χαρούμενο ξύπνημα
προσδοκά ν’ ανατείλει.     

 

Ξανθό φεγγάρι

 

Ξανθό φεγγάρι φέγγεις νύχτες μου που κλαίνε

σαν άστρα λάμπουνε δυο μάτια γελαστά
δροσιά ανέλπιστη στα χείλη μου που καίνε
ονείρου άγγισμα στην έρημη καρδιά.   

Ξανθό φεγγάρι μου, συνάντηση μοιραία

στιγμές που έσμιξαν στου χρόνου την πλοκή
πληγές που άφησαν σημάδια στον αέρα
μαζί πορεύονται στου κόσμου τη βουή.  

Ξανθό φεγγάρι στου Αυγούστου τη λαγνεία

υγρή παραίσθηση, κραυγή της ηδονής
ζεστό λιμάνι στου μυαλού την τρικυμία
γλυκό τραγούδισμα στην άκρη της σιωπής.     

 

      ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ


Θα θυμάμαι

πορτοκαλοκόκκινα ηλιοβασιλέματα
τραγούδια πουλιών σε φωτεινούς ορίζοντες
χρώματα κι αρώματα σε αιωρούμενους κήπους. 
Φόβους, θλίψεις και ανασφάλειες
χαρές και λύπες στην αγκαλιά
της θνητής μου ύπαρξης. 
Θα θυμάμαι
τις μέρες λουσμένες με φως
ανεκτίμητο φυλαχτό
στη νύχτα που έρχεται.     
 

Πόσα ποιήματα διάβασα… 

 

Πόσα ποιήματα διάβασα…

Χιλιάδες λέξεις σμίλεψαν τη σκέψη μου
διαμόρφωσαν το λεξιλόγιό μου
ανατάραξαν την ψυχή μου.  
Ένα σύμπαν αεικίνητο με καλεί
να απλώσω τα φτερά μου
να γνωρίσω νέους ορίζοντες
να πλάσω τα δικά μου τραγούδια
να τα προσφέρω στην αιωνιότητα
ιαματικό νερό
για τις διψασμένες καρδιές των ανθρώπων.  
Άραγε πόσες σταγόνες μου θα σωθούν
πόσες θα αγγίξουν στεγνά χείλη
πριν εξατμιστούν
στο ατέλειωτο άγνωστο του απείρου.  
Πόσα ποιήματα διάβασα…
Τροφή που ποτέ δε χορταίνω
πηγές που με δροσίζουν
χωρίς ποτέ να νιώσω κορεσμό, 
δρόμοι χωρίς προορισμό
που το τέλος τους ποτέ δε θα δω.  
Λίγα βήματα ακόμα στην απεραντοσύνη
λίγες ανάσες ακόμα στον αέναο Χρόνο
πόσα ποιήματα ακόμα θα διαβάσω…       

 

 

Η χαρά πάντα επιστρέφει

 

Η χαρά πάντα επιστρέφει

κι αν χάνεται κάποιες φορές
στου πόνου τα ατέλειωτα  πελάγη
κι αν μοιάζει αθέατη στο γκρίζο ορίζοντα
και σαν λουλούδι που ζητά την ευωδιά του,
πάντα θα επιστρέφει
σαν διαβατάρικο πουλί στον ουρανό μας
σαν κύμα που γυρίζει στο γιαλό
τα χείλη μας για λίγο να δροσίσει.   
Κι αν μόνους μας ξανά θα μας αφήσει
σε έρημα σοκάκια σκοτεινά
πάλι θα επιστρέψει
σαν πάντοτε γλυκά θα μας αγγίξει.       
 

ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Της φαντασίας τα πουλιά

πετούν αγέρωχα στα πέρατα του ορίζοντα
αψηφούν τις μπόρες και τους ανέμους
ξεπερνούν τα όριά τους
κι απλώνουν τα φτερά
σε άλλους γαλαξίες. 
Της φαντασίας τα πουλιά
ανταμώνουν κόσμους ανείδωτους
στροβιλίζονται σε καθάριους ουρανούς
ερωτοτροπούν με τα χρώματα
σε μέρες γαληνεμένες.  
Της φαντασίας τα πουλιά
αλήθεια κάνουνε το ψέμα
και ταξιδεύουν την ψυχή
σε τόπους όμορφους, αγαπημένους.       

 

Κόκκινη σοφία 

 

Ανάβλυσμα κόκκινης σοφίας

ξεχύνεται στην απεραντοσύνη
οι υπάρξεις άσπρες κουκκίδες
αφανή όντα στη σκόνη του Χάους.  
Μηδαμινά επιτεύγματα οι πράξεις μας
τόσο μεγάλες και τόσο μικρές
στην άλυτη εξίσωση της Αλήθειας.  
Ανελέητες δημιουργίες στα σπλάχνα του σύμπαντος
ξαναγεννούν καινούριες ζωές
καινούριες κοσμοθεωρίες
τα πάντα αλλάζουν ξανά και ξανά
στην αέναη ροή του Χρόνου. 

Σημαδάκι άφαντο στον μαύρο καμβά του απείρου 

ένα λουλούδι πώς να ζωγραφίσω;
Ξεχασμένος θεός στη λησμονιά της μνήμης
πώς να δημιουργήσω έναν γαλάζιο ουρανό; 
Φυλακισμένο πουλί στα δεσμά της σκέψης μου
πώς να πετάξω ελεύθερος; 
Απαντήσεις ανείδωτες σε ανείπωτες λέξεις
του χρησμού το κρυμμένο μυστήριο
πώς μπορώ να αγγίξω;        

 

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

 

Ένα ποίημα

είναι ποίημα
όταν είναι γραμμένο
με ρανίδες ψυχής
με το αίμα του ασυνείδητου βαμμένο
και το μαχαίρι της Αλήθειας
βαθιά χωμένο στην καρδιά του. 
Όταν έχει κοιτάξει το φόβο κατάματα
σε νύχτες-λεπίδες ξενυχτισμένο
όταν ναυάγησε στο βυθό της θλίψης
και επέστρεψε πουλί σε γαλανό ουρανό
όταν ταξίδεψε στους ορίζοντες της Σκέψης
και έσταξε τη γνώση του στο άνυδρο χώμα.  
Ένα ποίημα είναι
μια αναλαμπή σε περαστικά βλέμματα
ένα ανήμπορο φτερό στην μπόρα των καιρών
μια σιωπηλή κραυγή στους ανείπωτους τρόμους
ένα ανείδωτο σημάδι στα ανέγγιχτα μυστικά
η σκόνη της ύπαρξης στη δίνη του Χρόνου.      

 

Στου δρόμου τα δύσβατα 

 

Στου δρόμου τα δύσβατα

δυσκολεύονται οι οδοιπόροι
παραπατάνε τα βήματα
πονάνε τα γόνατα
κουράζεται η ανάσα.   
Στου δρόμου τα δύσβατα
παραστρατεί η πορεία
τα αγκάθια χαράζουν το δέρμα
και το σώμα λιποψυχεί στην ανηφόρα.
Στου δρόμου τα δύσβατα
συνεχίζει δειλιάζοντας η θέληση
το κουράγιο κοντοστέκεται φοβισμένο
ο προορισμός θαμπός αχνοφαίνεται
τα μονοπάτια χαμένα μέσα στους θάμνους.  
Μα πίσω απ’ τους αντίπερα λόφους
μετά το καταστάλαγμα της βροχής
όταν λουφάξει αποκαμωμένος ο άνεμος
περιμένει ένα μικρό πρόσωπο γαλάζιου ορίζοντα
που στολίζουν τα χείλη του
τα χρώματα της ίριδας.      
 

ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΣΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

 

Ένα λουλούδι στην άβυσσο

ανασηκώνει το κορμάκι του στα χάδια του ήλιου
αισθάνεται το οξυγόνο στο ορθάνοιχτο άνθος
του νερού τη δροσιά γεύεται
ευωδιές και χρώματα προσφέρει στο Χάος.  
Αντιστέκεται στις ριπές του ανέμου
λυγίζει στα ραπίσματα της βροχής
στου κρύου το ξέσπασμα μαργώνουν τα φύλλα
αγωνιά στου σκοταδιού την ανασφάλεια.  
Ένα λουλούδι στην άβυσσο
την πολύτιμη ζωή του προστατεύει
με το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης
τη θνητή ύπαρξή του φροντίζει.     

 

Μια χαραμάδα φως

 

Μια χαραμάδα φως

θα αρκούσε
να μας βγάλει απ’ τα σκοτάδια μας,  
σε καθαρό ουρανό
να πετούσε ελεύθερη η σκέψη μας.  
Ένα νεκρό λουλούδι
θα μπορούσε
να αναστήσει τη συμπόνια μας
να στάξει ένα δάκρυ στις καρδιές μας.
Τα κελαηδίσματα των πουλιών
θα ήταν τα πιο όμορφα τραγούδια
στις αγνές ψυχές μας
και οι απέραντες θάλασσες των οριζόντων
θα μας καλούσαν σε νέα ταξίδια.   
Αν μια χαραμάδα φως
διαπερνούσε απαλά
απ’ τα μισάνοιχτα παράθυρα
της ύπαρξης μας.       

 

Αλληλένδετοι κόσμοι

 

Εγώ εδώ κι εσύ εκεί

τόσο μακριά και τόσο κοντά,
ό,τι συμβαίνει σε σένα με καθορίζει
οτιδήποτε κάνω σε επηρεάζει
παράλληλες διαδρομές σε μοιραία συνύπαρξη. 
Όλη μου η ζωή στην αγκαλιά σου
όλη μου η ύπαρξη μέσα στα σπλάχνα σου, 
οι επιλογές μου σκιαγραφούν την πορεία μου
σ’ ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό
κάθε μου σχέδιο αβέβαιο ξημέρωμα
σ’ ένα αύριο δίχως τέλος. 
Οι κοσμοθεωρίες σκόνη στον άνεμο
οι ανακαλύψεις κόκκοι άμμου σε απέραντη παραλία
οι θεοί αδυνατούν να αγγίξουν την Αλήθεια
και οι αλήθειες μου ξέθωρα χρώματα
στον καμβά του Χρόνου.  
Εγώ εδώ κι εσύ εκεί
αλληλένδετοι κόσμοι
στο συμπαντικό χορό
της δημιουργίας και της καταστροφής.       

 

Στην άκρη του γιαλού

 

Εδώ στην άκρη του γιαλού

το βλέμμα ξανοίγεται στο γαλάζιο
ο ορίζοντας απλώνει τα γήινα χρώματα
πάνω απ’ την απέραντη θάλασσα
της ζωής μας. 
Εδώ στο απόμερο ακρωτήρι
πάνε κι έρχονται τα κύματα
φέρνοντας μηνύματα από άγνωστους τόπους,
τα πλοία μάς καλούν απ’ τ’ ανοιχτά
να σαλπάρουμε
στης Γνώσης το ταξίδι.  
Εδώ στην άκρη του γιαλού
σύννεφα ταξιδιάρικα οι μέρες
φυσούν οι άνεμοι και χάνονται
στα άδυτα του Χρόνου.  
Εδώ στην άκρη του γιαλού
στα στερνά της πορείας
μετά από τόσες τρικυμίες
ακόμα δεν κατάλαβα
πού είναι η αρχή και πού το τέλος
πού βρίσκεται το ψέμα κι η αλήθεια
της ύπαρξης ετούτης 
ποιος ο λόγος…        

 

Μόνο μία φορά

 

Μόνο μία φορά

κι έπειτα χανόμαστε
ούτε ζούμε κάπου αλλού
ούτε επιστρέφουμε.  
Μόνο μία φορά
τόσο λίγος ο χρόνος μας
κι ό,τι προλάβουμε να μάθουμε
ό,τι προλάβουμε να δώσουμε
στη διάρκεια μιας αστραπής.  
Μόνο μία φορά
κι έπειτα γινόμαστε
μια ανάμνηση για τους ζωντανούς
μια αύρα στις μελλοντικές σκέψεις. 
Μόνο τα τραγούδια μας
θα θυμίζουν στο αύριο
τη φοβισμένη μας ύπαρξη
τη θνητή μας υπόσταση
τα δειλά μας σκοτάδια
στους ήλιους της αιωνιότητας.      
 

Ικεσία

 

Οδήγησέ με

μη με αφήσεις να χαθώ
στων ερωτήσεων τα αναπάντητα σκοτάδια.   
Οδήγησέ με
με φάρους που νικούν την καταχνιά
με αναλαμπές απ’ του ασυνείδητου τα βάθη
με πετράδια πολύχρωμα
απ’ το βυθό του Χρόνου.  
Φώτισε τους μύχιους φόβους της σκέψης μου
την κρυμμένη της δειλίας αιτία
της προσευχής μου τις ανείπωτες λέξεις
της επόμενης μέρας το καινούριο ξημέρωμα.  
Με αγρυπνούν του μυαλού μου οι δαίμονες
με εξουθενώνει της ψυχής μου η μπόρα,  
κουκκίδα αφανής στου απείρου το πάντοτε
πώς μπορώ μια φωνή να προτάξω.  
Τέχνη αλλόκοτη και ταπεινή
το άβατο που βλέπεις των αιώνων
λύτρωσέ με
έστω για λίγες στιγμές
το άγγισμα να νιώσω της Αλήθειας.      
 

Εκεί που κλαίει η καρδιά 

 

Εκεί που κλαίει η καρδιά

το ρίγος της απλώνει
το μαύρο του σεντόνι
στα δυο της μάτια τα υγρά
η λύπη πνίγει τη χαρά
στο δάκρυ που παγώνει.   

Εκεί που κλαίει η καρδιά

και βαριαναστενάζει
η θύμηση σπαράζει
σε άλλα χρόνια φωτεινά
που τραγουδούσαν δυο πουλιά
στη μέρα που χαράζει.   

Εκεί που κλαίει η καρδιά

ευχή ποτέ δεν πιάνει
απάνεμο λιμάνι
δε θά βρει ούτε και στεριά
να ακουμπήσει τα πανιά
ο πόνος να γλυκάνει.       
 

Η ΑΓΑΠΗ ΚΛΑΙΕΙ

 

Η αγάπη κλαίει απογοητευμένη

στις σπηλιές του μίσους
στα σκοτάδια της έπαρσης.
Με αγνό, αμόλυντο νερό
καθαρίζει τις πληγές της,
με ουρανό αναμάρτητο
γιατρεύει τις σάρκες της.
Ψιθυρίζει δειλά ανείπωτες προσευχές
που κανείς δεν ακούει,
ζωγραφίζει ανείδωτα χρώματα
που κανένας δε βλέπει,
τραγουδά ανήκουστες μουσικές
που κανείς δεν αισθάνεται.
Η αγάπη κλαίει
στα σκοτωμένα όνειρα των παιδιών
στην ορφανή αγκαλιά μιας μητέρας
στη βιασμένη αθωότητα ενός κοριτσιού.
Η αγάπη κλαίει
στον παραλογισμό θεών και διαβόλων
στην παράνοια αλλοπρόσαλλων μυαλών
στην αχόρταγη λαιμαργία θνητών συμφερόντων
στης ανθρώπινης ψυχής το έρεβος.     

 

Σε περιμένω μαμά

 

Σε περιμένω μαμά

θα ανταμώσουμε πάλι όταν έρθει η ώρα
θα αγκαλιαστούμε ξανά
σε πιο όμορφους τόπους.
Πες και στον μπαμπά να μην ανησυχεί
είναι γαλήνια εδώ
έχει πολλά λευκά λουλούδια
και άσπρα πουλιά που πετούν ελεύθερα
σε τοπία καταπράσινα και αμόλυντα.
Τα δάκρυα έχουν ξεπλύνει τις πληγές μας
οι μνήμες πια δε μας πονούν
και οι ψυχές μας είναι καθάριες
σαν ολόχρυσα φτερά.
Σε περιμένω μαμά
όλους σας περιμένω
όλοι σας περιμένουμε
θα ανταμώσουμε πάλι όταν έρθει η ώρα
εδώ στον ουρανό των αγγέλων
μακριά από το ψέμα του κόσμου
μακριά από το σκοτάδι του ανθρώπου.  

 

Εις μνήμην

Τέμπη 28-2-2023     

 

Ονειρεύτηκα 

 

Ονειρεύτηκα

μια χρυσαφένια χαραυγή
μ’ ένα γλυκό πορτοκαλί στα μάγουλά της
και το χαμόγελο της να ροδίζει
στα χείλη της καινούριας μέρας.  
Ονειρεύτηκα
ελπίδες νεογέννητες να μπουσουλάνε
στη μαγική αυλή* της ουτοπίας,
σε κόσμους μακρινούς κι αδημιούργητους
να παίζουν τα παιδιά αδερφωμένα
να μας διδάσκουν της αγάπης το παιχνίδι.  
Μονιασμένοι οι θεοί, δεν αιματοκυλούν τον κόσμο
τα σύνορα ανάμνηση πρωτόγονης εποχής
η ειρήνη με το άσπρο της το φόρεμα
να χορεύει πάνω σε σβησμένα μίση
και οι άνθρωποι αγνοί σαν μίσχος λουλουδιού
σαν ζωογόνο νερό στην απαρχή της λειψυδρίας.  
Ονειρεύτηκα
λευκές ψυχές να φτερουγίζουν στο γαλάζιο
άδολα μάτια να κοιτούν τον ήλιο μιας απέραντης γαλήνης
και τα φεγγάρια να γελούν
σε νύχτες με αστέρια φορτωμένες. 
Ονειρεύτηκα
ότι δεν ξύπνησα ποτέ
στον εφιάλτη της πραγματικότητας
μέσα στη θλίψη της αδίστακτης αλήθειας
στης συνειδητοποίησης το ανελέητο ξημέρωμα.  

 

      *μαγική αυλή: αναφορά στο ομώνυμο τραγούδι των 2002GR      

 

Μόνο μια απαλή αύρα 

 

Το σώμα είναι η βάρκα της ψυχής

στης ζωής μας το ταξίδι. 

 

 

Ο θάνατος είναι το μέτρο

είναι το όριο
μέχρι εκεί μπορούμε να φτάσουμε
εκεί τελειώνουν όλα. 
Κι έπειτα μόνο μια απαλή αύρα
επιστρέφει κάποιες φορές
στις μνήμες των ζωντανών
στις γήινες ανασφάλειες
στο θνητό φως.  
Μόνο μια απαλή αύρα
φεγγίζει αχνά
χαϊδεύει τις πληγές των αγαπημένων προσώπων
εμφανίζεται σαν σκιά στα όνειρά τους
απαλύνει τον πόνο
αγκαλιάζει γλυκά την απώλεια. 
Μόνο μια απαλή αύρα
συνεχίζει το αέναο ταξίδι της
στα ανοιχτά του σκοταδιού
στο αδίστακτο πέρασμα του Χρόνου
και οι στιγμές της γίνονται αναλαμπές
στην απεραντοσύνη του απείρου.       
 

Απουσία

 

Φωνή που σπάει σε κοφτερά κομμάτια μοναξιάς

σκέψεις - φαντάσματα στοιχειώνουν τους αδειανούς τοίχους
τα δάκρυα απολυμαίνουν τις πληγές
οι σιωπές νυστέρια στο τραύμα της καρδιάς
χαρακώνουν τη μνήμη που αιμορραγεί
αδίστακτα συμπεράσματα. 

Τριγυρνώ στα δωμάτια της ερημιάς

στο μπαλκόνι μου ούτε ένα πράσινο φύλλο
το κρεββάτι δίχως τη ζεστασιά του κορμιού σου
παγώνει όπως το δέρμα μου
και νοσταλγεί της σκιάς σου τα χάδια.  

Οι αναμνήσεις κρυμμένες σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί

οι θολοί καπνοί ναρκώνουν τον πόνο
η αποκαμωμένη θλίψη αγγίζει τα βλέφαρα
κι αποκοιμιέμαι
στα σεντόνια της λήθης.    

 

Σε θέλω

 

Σε θέλω

σαν το νερό στην απόγνωση της δίψας
σαν ένα όνειρο στην επίμονη αϋπνία
σαν ένα χάδι στο λυγμό της αφής.   
Έναστρες σκέψεις στο φιλί σου να ξυπνάνε
όλοι οι φόβοι στων ματιών σου το γκρεμό,
κοίτα τις μέρες σαν τα σύννεφα περνάνε
και οι στιγμούλες μας δεν έχουν γυρισμό.   

Σε θέλω

σαν προσευχή στη δικαίωση της ήττας
σαν μια παραίσθηση στην ανέλπιδη αγωνία 
σαν τελευταίο στεναγμό της πνοής. 
Είν’ οι πληγές μας πεφταστέρια που πετάνε
μέσα σε έναν ασημένιο ουρανό,
είναι τα δάκρυα νιφάδες που κυλάνε
μέσα στου Χρόνου τον ατέλειωτο χορό.    

 

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

μαύρα κοράκια ξεχύνονται από γκρίζα νεφελώματα
κόκκινη βροχή σταλάζει από τα μάτια του ήλιου
αγριεμένες θάλασσες χτυπούν τους ακίνητους βράχους.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
φεύγουν τα πουλιά για άλλους ορίζοντες
τα παιδιά ξαναγεννιούνται σε καλύτερους κόσμους
καινούρια μάτια κοιτούν το ηλιοβασίλεμα
νέα αστέρια φωτίζουν τις νύχτες.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
ανείπωτες προσευχές θα σώσουν τις ψυχές μας
ανεκπλήρωτες ουτοπίες θα γαληνέψουν τους φόβους μας
απραγματοποίητες πράξεις θα αλλάξουν
τις μελλούμενες τροχιές.      

 

                                                       Δεκέμβρης 

 

Με ένα κρύο φιλί αποχαιρετάς το φθινόπωρο

του χειμώνα την πόρτα ανοίγεις,
τα βουνά σκεπάζεις με χιόνι
ζωογόνο νερό να ποτίσει το χώμα.  
Ανθίζουν πράσινοι πορτοκαλεώνες
πολύχρωμες ανεμώνες σαγηνεύουν τα πουλιά
και τα ποτάμια ξεχύνονται ασυγκράτητα
προς τη θάλασσα.  
Τα πλάσματα συμπορεύονται με το ψύχος
θωπεύουν της Φύσης το εναλλασσόμενο πρόσωπο.  

Ένα βιβλίο περιμένει δίπλα στο τζάκι, 

το μολύβι δίπλα στο τετράδιο
περιμένει ένα ζεστό χέρι
να γαληνέψει το μυαλό
να γλιστρήσει απαλά απ’ τις γρίλιες
να γαντζωθεί στα παγωμένα σύννεφα
και να ταξιδέψει
σε λευκά, κρυστάλλινα όνειρα
στην αγκαλιά του χειμώνα.      
 

Αναλαμπή

 

Μία μέρα ένα ποτάμι

μου ‘πε ο πόνος σου θα γιάνει
αν κυλήσεις μέσ’ στο Χρόνο
όπως το νερό. 
Ένα σύννεφο από πέρα
μου ‘πε νιώσε τον αέρα
και θα βρεις μέσ’ στην καρδιά σου
πέταγμα κρυφό.

Στα ψηλά ένα γεράκι

μου ‘πε αν είσαι σπουργιτάκι
όσα φτάνουν τα φτερά σου
είν’ ο κόσμος σου,
πέτα όσο η δύναμή σου
όσο πάει η αντοχή σου
ό,τι ζήσεις είν’ δικό σου
είν’ ο δρόμος σου. 

Ένα κύμα που τελειώνει

ένας ήλιος που παγώνει
η ζωή μία στιγμούλα
μια μικρή πνοή.
Όσα έρθουν κι όσα φεύγουν
την αλήθεια τους γυρεύουν
και στο τέλος μένει μόνο
μια αναλαμπή.       

  Στην Τάφρο των Μαριανών   Στην Τάφρο των Μαριανών στην άβυσσο του Τσάλεντζερ βρίσκεται η ψυχή μου.   Ζώντας στο μαύρο της σκοτάδ...