Εκεί που κλαίει η καρδιά 

 

Εκεί που κλαίει η καρδιά

το ρίγος της απλώνει
το μαύρο του σεντόνι
στα δυο της μάτια τα υγρά
η λύπη πνίγει τη χαρά
στο δάκρυ που παγώνει.   

Εκεί που κλαίει η καρδιά

και βαριαναστενάζει
η θύμηση σπαράζει
σε άλλα χρόνια φωτεινά
που τραγουδούσαν δυο πουλιά
στη μέρα που χαράζει.   

Εκεί που κλαίει η καρδιά

ευχή ποτέ δεν πιάνει
απάνεμο λιμάνι
δε θά βρει ούτε και στεριά
να ακουμπήσει τα πανιά
ο πόνος να γλυκάνει.       
 

Η ΑΓΑΠΗ ΚΛΑΙΕΙ

 

Η αγάπη κλαίει απογοητευμένη

στις σπηλιές του μίσους
στα σκοτάδια της έπαρσης.
Με αγνό, αμόλυντο νερό
καθαρίζει τις πληγές της,
με ουρανό αναμάρτητο
γιατρεύει τις σάρκες της.
Ψιθυρίζει δειλά ανείπωτες προσευχές
που κανείς δεν ακούει,
ζωγραφίζει ανείδωτα χρώματα
που κανένας δε βλέπει,
τραγουδά ανήκουστες μουσικές
που κανείς δεν αισθάνεται.
Η αγάπη κλαίει
στα σκοτωμένα όνειρα των παιδιών
στην ορφανή αγκαλιά μιας μητέρας
στη βιασμένη αθωότητα ενός κοριτσιού.
Η αγάπη κλαίει
στον παραλογισμό θεών και διαβόλων
στην παράνοια αλλοπρόσαλλων μυαλών
στην αχόρταγη λαιμαργία θνητών συμφερόντων
στης ανθρώπινης ψυχής το έρεβος.     

 

Σε περιμένω μαμά

 

Σε περιμένω μαμά

θα ανταμώσουμε πάλι όταν έρθει η ώρα
θα αγκαλιαστούμε ξανά
σε πιο όμορφους τόπους.
Πες και στον μπαμπά να μην ανησυχεί
είναι γαλήνια εδώ
έχει πολλά λευκά λουλούδια
και άσπρα πουλιά που πετούν ελεύθερα
σε τοπία καταπράσινα και αμόλυντα.
Τα δάκρυα έχουν ξεπλύνει τις πληγές μας
οι μνήμες πια δε μας πονούν
και οι ψυχές μας είναι καθάριες
σαν ολόχρυσα φτερά.
Σε περιμένω μαμά
όλους σας περιμένω
όλοι σας περιμένουμε
θα ανταμώσουμε πάλι όταν έρθει η ώρα
εδώ στον ουρανό των αγγέλων
μακριά από το ψέμα του κόσμου
μακριά από το σκοτάδι του ανθρώπου.  

 

Εις μνήμην

Τέμπη 28-2-2023     

 

Ονειρεύτηκα 

 

Ονειρεύτηκα

μια χρυσαφένια χαραυγή
μ’ ένα γλυκό πορτοκαλί στα μάγουλά της
και το χαμόγελο της να ροδίζει
στα χείλη της καινούριας μέρας.  
Ονειρεύτηκα
ελπίδες νεογέννητες να μπουσουλάνε
στη μαγική αυλή* της ουτοπίας,
σε κόσμους μακρινούς κι αδημιούργητους
να παίζουν τα παιδιά αδερφωμένα
να μας διδάσκουν της αγάπης το παιχνίδι.  
Μονιασμένοι οι θεοί, δεν αιματοκυλούν τον κόσμο
τα σύνορα ανάμνηση πρωτόγονης εποχής
η ειρήνη με το άσπρο της το φόρεμα
να χορεύει πάνω σε σβησμένα μίση
και οι άνθρωποι αγνοί σαν μίσχος λουλουδιού
σαν ζωογόνο νερό στην απαρχή της λειψυδρίας.  
Ονειρεύτηκα
λευκές ψυχές να φτερουγίζουν στο γαλάζιο
άδολα μάτια να κοιτούν τον ήλιο μιας απέραντης γαλήνης
και τα φεγγάρια να γελούν
σε νύχτες με αστέρια φορτωμένες. 
Ονειρεύτηκα
ότι δεν ξύπνησα ποτέ
στον εφιάλτη της πραγματικότητας
μέσα στη θλίψη της αδίστακτης αλήθειας
στης συνειδητοποίησης το ανελέητο ξημέρωμα.  

 

      *μαγική αυλή: αναφορά στο ομώνυμο τραγούδι των 2002GR      

 

Μόνο μια απαλή αύρα 

 

Το σώμα είναι η βάρκα της ψυχής

στης ζωής μας το ταξίδι. 

 

 

Ο θάνατος είναι το μέτρο

είναι το όριο
μέχρι εκεί μπορούμε να φτάσουμε
εκεί τελειώνουν όλα. 
Κι έπειτα μόνο μια απαλή αύρα
επιστρέφει κάποιες φορές
στις μνήμες των ζωντανών
στις γήινες ανασφάλειες
στο θνητό φως.  
Μόνο μια απαλή αύρα
φεγγίζει αχνά
χαϊδεύει τις πληγές των αγαπημένων προσώπων
εμφανίζεται σαν σκιά στα όνειρά τους
απαλύνει τον πόνο
αγκαλιάζει γλυκά την απώλεια. 
Μόνο μια απαλή αύρα
συνεχίζει το αέναο ταξίδι της
στα ανοιχτά του σκοταδιού
στο αδίστακτο πέρασμα του Χρόνου
και οι στιγμές της γίνονται αναλαμπές
στην απεραντοσύνη του απείρου.       
 

Απουσία

 

Φωνή που σπάει σε κοφτερά κομμάτια μοναξιάς

σκέψεις - φαντάσματα στοιχειώνουν τους αδειανούς τοίχους
τα δάκρυα απολυμαίνουν τις πληγές
οι σιωπές νυστέρια στο τραύμα της καρδιάς
χαρακώνουν τη μνήμη που αιμορραγεί
αδίστακτα συμπεράσματα. 

Τριγυρνώ στα δωμάτια της ερημιάς

στο μπαλκόνι μου ούτε ένα πράσινο φύλλο
το κρεββάτι δίχως τη ζεστασιά του κορμιού σου
παγώνει όπως το δέρμα μου
και νοσταλγεί της σκιάς σου τα χάδια.  

Οι αναμνήσεις κρυμμένες σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί

οι θολοί καπνοί ναρκώνουν τον πόνο
η αποκαμωμένη θλίψη αγγίζει τα βλέφαρα
κι αποκοιμιέμαι
στα σεντόνια της λήθης.    

 

Σε θέλω

 

Σε θέλω

σαν το νερό στην απόγνωση της δίψας
σαν ένα όνειρο στην επίμονη αϋπνία
σαν ένα χάδι στο λυγμό της αφής.   
Έναστρες σκέψεις στο φιλί σου να ξυπνάνε
όλοι οι φόβοι στων ματιών σου το γκρεμό,
κοίτα τις μέρες σαν τα σύννεφα περνάνε
και οι στιγμούλες μας δεν έχουν γυρισμό.   

Σε θέλω

σαν προσευχή στη δικαίωση της ήττας
σαν μια παραίσθηση στην ανέλπιδη αγωνία 
σαν τελευταίο στεναγμό της πνοής. 
Είν’ οι πληγές μας πεφταστέρια που πετάνε
μέσα σε έναν ασημένιο ουρανό,
είναι τα δάκρυα νιφάδες που κυλάνε
μέσα στου Χρόνου τον ατέλειωτο χορό.    

 

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

 

Όπως θα έλεγαν οι ποιητές

μαύρα κοράκια ξεχύνονται από γκρίζα νεφελώματα
κόκκινη βροχή σταλάζει από τα μάτια του ήλιου
αγριεμένες θάλασσες χτυπούν τους ακίνητους βράχους.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
φεύγουν τα πουλιά για άλλους ορίζοντες
τα παιδιά ξαναγεννιούνται σε καλύτερους κόσμους
καινούρια μάτια κοιτούν το ηλιοβασίλεμα
νέα αστέρια φωτίζουν τις νύχτες.
Όπως θα έλεγαν οι ποιητές
ανείπωτες προσευχές θα σώσουν τις ψυχές μας
ανεκπλήρωτες ουτοπίες θα γαληνέψουν τους φόβους μας
απραγματοποίητες πράξεις θα αλλάξουν
τις μελλούμενες τροχιές.      

 

                                                       Δεκέμβρης 

 

Με ένα κρύο φιλί αποχαιρετάς το φθινόπωρο

του χειμώνα την πόρτα ανοίγεις,
τα βουνά σκεπάζεις με χιόνι
ζωογόνο νερό να ποτίσει το χώμα.  
Ανθίζουν πράσινοι πορτοκαλεώνες
πολύχρωμες ανεμώνες σαγηνεύουν τα πουλιά
και τα ποτάμια ξεχύνονται ασυγκράτητα
προς τη θάλασσα.  
Τα πλάσματα συμπορεύονται με το ψύχος
θωπεύουν της Φύσης το εναλλασσόμενο πρόσωπο.  

Ένα βιβλίο περιμένει δίπλα στο τζάκι, 

το μολύβι δίπλα στο τετράδιο
περιμένει ένα ζεστό χέρι
να γαληνέψει το μυαλό
να γλιστρήσει απαλά απ’ τις γρίλιες
να γαντζωθεί στα παγωμένα σύννεφα
και να ταξιδέψει
σε λευκά, κρυστάλλινα όνειρα
στην αγκαλιά του χειμώνα.      
 

Αναλαμπή

 

Μία μέρα ένα ποτάμι

μου ‘πε ο πόνος σου θα γιάνει
αν κυλήσεις μέσ’ στο Χρόνο
όπως το νερό. 
Ένα σύννεφο από πέρα
μου ‘πε νιώσε τον αέρα
και θα βρεις μέσ’ στην καρδιά σου
πέταγμα κρυφό.

Στα ψηλά ένα γεράκι

μου ‘πε αν είσαι σπουργιτάκι
όσα φτάνουν τα φτερά σου
είν’ ο κόσμος σου,
πέτα όσο η δύναμή σου
όσο πάει η αντοχή σου
ό,τι ζήσεις είν’ δικό σου
είν’ ο δρόμος σου. 

Ένα κύμα που τελειώνει

ένας ήλιος που παγώνει
η ζωή μία στιγμούλα
μια μικρή πνοή.
Όσα έρθουν κι όσα φεύγουν
την αλήθεια τους γυρεύουν
και στο τέλος μένει μόνο
μια αναλαμπή.       

  Εκεί που κλαίει η καρδιά     Εκεί που κλαίει η καρδιά το ρίγος της απλώνει το μαύρο του σεντόνι στα δυο της μάτια τα υγρά η λύπη...